Από το όραμα του Ρήγα Φεραίου για την «βαλκανική ομοσπονδία», μέχρι την «έκλαμψη» της «Φεντερασιόν» – της Σοσιαλιστικής Εργατικής Ομοσπονδίας Θεσσαλονίκης που ένωσε την πολυεθνική εργατική τάξη της πόλης, έως τον γιουγκοσλαβικό εμφύλιο, την επέμβαση του ΝΑΤΟ, την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την δημιουργία εύθραυστων κρατικών οντοτήτων, ακόμη και προτεκτοράτων, έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι της ιστορίας. Δυστυχώς όμως μέχρι και σήμερα δεν κατάφερε να απομακρύνει τον κίνδυνο του εθνικισμού από την βαλκανική χερσόνησο.

Αντίθετα με χώρες όπως η Σερβία, η Κροατία και η Σλοβενία, οι οποίες κατάφεραν να καταστήσουν το εθνικό – κρατικό τους αφήγημα κυρίαρχο πάνω στα ερείπια της Γιουγκοσλαβίας, άλλες χώρες, όπως το Μαυροβούνιο, η Βοσνία – Ερζεγοβίνη και η ΠΓΔΜ, δυσκολεύονται περισσότερο. Μάλιστα, η τελευταία, εξακολουθεί να μην τα καταφέρνει, με αποτέλεσμα να διολισθαίνει σε καταστάσεις που παραπέμπουν περισσότερο σε Κόσοβο. Όπως το θέτει ο γεωπολιτικός αναλυτής και αρθρογράφος του Al Jazeera, Dimitar Bechev, πριν από μια δεκαετία, η ΠΓΔΜ έδωσε το παράδειγμα μιας πολυεθνικής δημοκρατίας, εύθραυστης και δυσλειτουργικής μεν, αλλά που, με κάποιο τρόπο, διατηρούσε τον προσανατολισμό της προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ. Πρόσφατα, όμως, «μεταμορφώθηκε σε ένα μονοκομματικό κράτος, ένα αντίγραφο της Ουγγαρίας του Βίκτορ Ορμπάν» στην βαλκανική του εκδοχή, ένας «συνδυασμός παλιομοδίτικου πελατειακού κράτους και kitsch εθνικισμού».

«Μια βόλτα στο κέντρο των Σκοπίων αποκαλύπτει μια πόλη που μετατράπηκε σε ένα μοναδικό ιστορικό θεματικό πάρκο στολισμένο με τα μνημειώδη αγάλματα του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου που στέκονται μαζί με τους μεσαιωνικούς μονάρχες και τους αντι-οθωμανούς επαναστάτες». Ωστόσο, σε αντίθεση με την Ουγγαρία η οποία δεν έχει να λύσει ζητήματα πολυεθνικής σύστασης – οπότε είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα η σύγκριση της ακροδεξιάς, εθνικιστικής ρητορικής του Ορμπάν με την γαλλική και γερμανική εκδοχή της του «Εθνικού Μετώπου» και του AfD αντίστοιχα – η ΠΓΔΜ προσπάθησε μέσω αυτού του kitsch, που περιγράφει με γλαφυρότητα ο Bechev. να κατασκευάσει ένα «εθνικό» αφήγημα με την – πραγματικά ουτοπική, όπως προκύπτει εκ των πραγμάτων – φιλοδοξία να συνενώσει το αλβανικό και το σλαβόφωνο κομμάτι του πληθυσμού της.

Ανεπιτυχώς.

Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με μια σειρά άλλους παράγοντες, κατέληξαν σε μια παρατεταμένη πολιτική αστάθεια, η οποία μετατράπηκε σε κρίση και, τελικά, την περασμένη Πέμπτη, στα Σκόπια, υποστηρικτές του πρώην πρωθυπουργού και αρχηγού του εθνικιστικού, κεντροδεξιού VMRO-DPMNEΝ («Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση – Δημοκρατικό Κόμμα για τη Μακεδονική Εθνική Ενότητα», Νίκολα Γκρουέφσκι, όρμησαν στο κοινοβούλιο και χτύπησαν τον Ζόραν Ζάεφ, αρχηγό της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης (SDSM), ο οποίος βρίσκεται στην αντιπολίτευση από το 2006, πολλούς άλλους συναδέλφους του και έναν εξέχοντα Αλβανό πολιτικό.

Αφορμή ήταν ότι το SDSM, μαζί με τα κόμματα του αλβανόφωνου πληθυσμού, εξέλεξαν πρόεδρο της Βουλής τον Ταλάτ Τζαφέρι, της Αλβανικής Δημοκρατικής Ένωσης για την Ενσωμάτωση (DUI) και πρώην υφυπουργό Άμυνας.

Οι διαδηλωτές, που αυτοαποκαλούνται ως «κίνημα» «Για μια Κοινή Μακεδονία», υποστηρίζουν ότι το SDSM πραγματοποίησε «πραξικόπημα» με την «υποστήριξη» της Αλβανίας. Σύμφωνα με την δική τους «αφήγηση», βρίσκεται σε εξέλιξη μια «συνωμοσία υποκινούμενη» από την Δύση και από τον Σόρος, για την μετατροπή της ΠΓΔΜ σε ένα «διεθνικό» κράτος. Μάλιστα, εσχάτως, οι σλαβόφωνοι εθνικιστές καλούν σε μαζική «απο-σοροποίηση» της χώρας.

Για τον Bechev, αυτό το «κίνημα» αποτελεί «βασικό προϊόν» του VMRO-DPMNE, το οποίο αποτελεί και την κινητήρια δύναμη αυτών των διαμαρτυριών. Ο Bechev σημειώνει, ότι δυτικοί σχολιαστές υπέκυψαν στον πειρασμό να «διαβάσουν» τις περιοδικές εκρήξεις αυτής της χρόνιας κρίσης, ως αποτέλεσμα της εθνοτικού διχασμού μεταξύ του σλαβόφωνου και αλβανόφωνου τμήματος του πληθυσμού της ΠΓΔΜ. Κάποιοι μάλιστα, σημειώνει ο αναλυτής, είδαν και το «χέρι« της Ρωσίας σε όλα αυτά αυτήν, «μια προκαθορισμένη εξήγηση όταν κάτι πάει στραβά σε αυτό το τμήμα της Ευρώπης». Όμως αυτό που συμβαίνει, όπως επισημαίνει, είναι αποτέλεσμα παθολογιών του ίδιου του πολιτικού συστήματος στα Σκόπια.

Με επικεφαλής τον Νίκολα Γκρουέφσκι, κάποτε τεχνοκράτη και νυν λαϊκιστή «τύπου» Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και Βίκτορ Ορμπάν, το VMRO-DPMNE έχει αναλάβει τα ηνία της χώρας  εδώ και πάνω από μία δεκαετία. Η απόλυτη κυριαρχία του δέχθηκε ισχυρό πλήγμα το 2015, όταν ο Ζάεφ  παρουσίασε ηχογραφημένα ντοκουμέντα τα οποία περιελάμβαναν τον Γκρουέφσκι και το στενό του περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένων των μελών της οικογένειάς του, τα οποία τεκμηρίωναν κατάχρησης εξουσίας σε μεγάλη κλίμακα.

Μετά από ένα μεγάλο κύμα διαμαρτυριών, τα κόμματα συμφώνησαν στο πλαίσιο που προέκυψε από την διαμεσολάβηση της ΕΕ, για την διεξαγωγή πρόωρων εκλογών και τον ορισμό ειδικού εισαγγελέα με σκοπό την διερεύνηση των καταγγελιών και των ηχογραφημένων ντοκουμέντων.

Μετά από δύο αναβολές, οι εκλογές έγιναν τελικά τον περασμένο Δεκέμβριο. Το VMRO-DPMNE ήρθε πρώτο, αλλά με ποσοστό που δεν του επέτρεψε να σχηματίσει κυβέρνηση, ενώ δεν έγινε κατορθωτή ούτε κυβέρνηση συνασπισμού με το DUI, τον παλιό εταίρο του στην κυβέρνηση, αφού δεν δεχόταν τους όρους του, καθώς και τους όρους των άλλων κομμάτων του αλβανόφωνου πληθυσμού.

‘Ετσι, σύμφωνα με το σύνταγμα, έπρεπε να δοθεί εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στο SDSM. Ωστόσο, ο σλαβόφωνος πρόεδρος της ΠΓΔΜ, Γκεόργκι Ιβανόφ, ο οποίος οφείλει την εκλογή του στο VMRO-DPMNE, αρνήθηκε να δώσει την σχετική εντολή στους Σοσιαλδημοκράτες, με την, τουλάχιστον αντισυνταγματική, δικαιολογία του «φόβου» ότι το SDSM θα «αλβανοποιήσει» την ΠΓΔΜ.

Ομως, για τον Bechev, ο πραγματικός λόγος είναι ότι ο Ιβανόφ θέλει να αποτρέψει το εντελώς πραγματικό ενδεχόμενο να βρεθεί το VMRO-DPMNE στην αντιπολίτευση και ο αρχηγός του, ο Γκρούεφσκι, πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, όπως συνέβη και με τον πρώην πρωθυπουργό της Κροατίας, Ιβο Σαναντέρ. «Ετσι λοιπόν, δεν είναι η αγάπη προς την πατρίδα το διακύβευμα, πολύ λιγότερο ο Πούτιν που ανακατεύεται σε αυτήν την μακρινή γωνιά της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Είναι η σκληρή πραγματικότητα της βαλκανικής πολιτικής».

Για τον αναλυτή, η δραματική κατάσταση στα Σκόπια καταδεικνύει τα εντελώς πεπερασμένα όρια της δυτικής πολιτικής στην περιοχή. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 η ΠΓΔΜ ήταν το προβεβλημένο «παιδί» της μεταρρυθμιστικής δύναμης της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αναδυόμενη από μια σύντομη ένοπλη σύγκρουση με Αλβανούς εθνικιστές το 2001,  η χώρα έγινε η δεύτερη μετα-γιουγκοσλαβική σημοκρατία (μετά την Σλοβενία) που υπέγραψε συμφωνία σύνδεσης με τις Βρυξέλλες. Η μικροσκοπική δημοκρατία τα κατάφερε ενάντια σε όλες τις πιθανότητες – πολιτικές αναταράξεις, συγκρούσεις με την Βοσνία και το γειτονικό Κόσοβο και το εμπορικό εμπάργκο που επέβαλε η Ελλάδα λόγω διαμάχης για το όνομα της χώρας – αλλά με την Δύση πάντα στο πλευρό της και τις προοπτικές να φαντάζουν φωτεινές.

Ωστόσο, η συνεχιζόμενη διαμάχη για το όνομα οδήγησε την Ελλάδα να επιβάλει βέτο, το 2008 – 2009, στην ένταξη της ΠΓΔΜ στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Το πολιτικό σύστημα των Σκοπίων χρησιμοποίησε αυτήν την εξέλιξη – όπως θα έκανε με οποιαδήποτε εξέλιξη φυσικά – αφενός για να ενισχύσει την εθνικιστική του ρητορική, αφετέρου για να «ξεκαθαρίσει» τους εσωτερικούς του «λογαριασμούς». Η ηγεσία του VMRO-DPMNE, λοιπόν, υποστήριξε ότι η ένταξη στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ είναι σημαντικοί μακροπρόθεσμοι στόχοι, αλλά στην πραγματικότητα, έχουν επιτύχει την εκπλήρωση των σκληρών προϋποθέσεων των Βρυξελλών. ‘Αρα ποιοι «φταίνε» λοιπόν; Οι «άλλοι». Ετσι, ο Γκρούεφσκι μετέτρεψε τα αδιέξοδα της πολιτικής του σε ευκαιρία υφαρπαγής της εξουσίας, με τον «μανδύα» του «προστάτη» του έθνους από εσωτερικούς και εξωτερικούς «εχθρούς».

Όμως, ούτε η αντιπολίτευση είναι αθώα. Για τον Bechev, το SDSM είναι ο πολιτικός «κληρονόμος» των κομμουνιστών της γιουγκοσλαβικής περιόδου, που παρήγαγε το πελατειακό σύστημα και το χρησιμοποίησε προς όφελός του όταν ήταν στα πράγματα στη δεκαετία του 1990 και μεταξύ 2002 – 2006. Αυτό που έκανε ο Γκρουέφσκι ήταν να αναλάβει και να αναβαθμίσει τον έλεγχο των προσλήψεων στον δημόσιο τομέα, στο δημόσιο λογιστικό και την αστυνομία. Αλλά και τα κόμματα των αλβανόφωνων, ως κυβερνητικοί εταίροι – είχαν μερίδιο στην «πίτα». Τώρα, έχουν αναβαθμίσει τις απαιτήσεις τους, μέσα από την λεγόμενη «Πλατφόρμα των Τιράνων» που επεξεργάστηκαν από κοινού με τον πρωθυπουργό της Αλβανίας, Εντι Ράμα, θέλοντας να καταστήσουν τα αλβανικά, ως ακόμη μία επίσημη γλώσσα της ΠΓΔΜ. Προσφέροντας, έτσι, στον Γκρουέφσκι, ακόμη μερικά προσχήματα για την τακτική του.

Αυτό που συμβαίνει στην ΠΓΔΜ είναι ο κανόνας στο μετα-γιουγκοσλαβικό «σύμπαν», αναφέρει ο Bechev: Οι κυβερνήσεις προσφέρουν μικρές εκδουλεύσεις στην ΕΕ, αλλά φροντίζουν ελάχιστα για την ουσία των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων και το κράτος δικαίου.

Οι διεθνείς οργανισμοί καταγράφουν μια πολυετή στασιμότητα στις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις ή ακόμη και επιστροφή στον αυταρχισμό. Τον Δεκέμβριο, οι αισιόδοξοι έλπιζαν σε μια αλλαγή κυβέρνησης και ανατροπή των δικτύων ισχύος του Γκρουέφσκι. Θεωρητικά, θα ήταν μια υγιής εξέλιξη για το VMRO-DPMNE να επιστρέψει στην αντιπολίτευση και να αποστασιοποιηθεί από το κράτος. Η συνταξιοδότηση του Γκρουέφσκι θα έδινε τη δυνατότητα σε μια νέα γενιά να αναδειχθεί. Αλλά τα πρόσφατα γεγονότα έριξαν την βαριά σκιά τους πάνω από αυτές τις προσδοκίες. Η απροθυμία της κατεστημένης ελίτ να παραδώσει την εξουσία επιβεβαιώνει ότι η ΠΓΔΜ αποτυγχάνει ακόμη και στον μινιμαλιστικό ορισμό της δημοκρατίας. Η «εθνοποίηση» της κρίσης είναι προάγγελος περισσότερων προβλημάτων. Θα υπάρξουν περισσότερα άσχημα νέα από τα Σκόπια.

Για τον αναλυτή του Ρωσικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, ’Ιγκορ Πσενίτσνικοφ, πρόκειται για μια εθνική και θρησκευτική διαμάχη μεταξύ των χριστιανών ορθόδοξων σλαβόφωνων και των μουσουλμάνων Αλβανών.
Αιτία της κρίσης, σύμφωνα με την ρωσική εκδοχή, είναι ότι, μετά τις εκλογές του περασμένου Δεκεμβρίου, οι «ωθούμενοι από την Δύση» Σοσιαλδημοκράτες, ζήτησαν την στήριξη του  DUI. Το τελευταίο, με την σειρά του, διαβεβαιώνει ότι μακράν αυτή η στήριξη δεν συνιστά συμμαχία. Όπως και να έχει όμως, αυτή η κοινή «μη συμμαχία» συγκροτεί μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία η οποία μπορεί να διεκδικήσει σχηματισμό κυβέρνησης.

Σύμφωνα με τον Ρώσο αναλυτή, αυτό δεν θα αποτελούσε φυσικά πρόβλημα, αν το DUI δεν προωθούσε την «Πλατφόρμα των Τιράνων». Βασικός όρος της συμμαχίας των αλβανόφωνων με το SDSM είναι να αποκτήσουν τα αλβανικά καθεστώς επίσημης γλώσσας. Επίσης, τίθεται ζήτημα ομοσπονδιοποίησης της ΠΓΔΜ σε εθνοτική βάση, συζήτηση για το εθνόσημο και την σημαία. Ουσιαστικά πρόκειται για μετατροπή σε κάτι «άμορφο» ενός ενιαίου, σήμερα, κράτους, στο οποίο ζουν κατά 64% σλαβόφωνοι, 25% αλβανόφωνοι και το υπόλοιπο άλλες εθνότητες (σσ. το 64% αυτοαποκαλούνται «Μακεδόνες», τεχνητός όρος που αποκλείει σλαβόφωνους πολίτες με καταγωγή από υπαρκτές εθνότητες).

Στα τέλη του περασμένου Φεβρουαρίου, ο ηγέτης του SDSM, Ζόραν Ζάεφ παρέδωσε στον πρόεδρο Ιβανόφ της υπογραφές 67 βουλευτών (σε σύνολο 120 που συγκροτούν το κοινοβούλιο της χώρας) και ζήτησε εντολή για σχηματισμό κυβέρνησης. Ο πρόεδρος, «καταλαβαίνοντας τις προθέσεις της αλβανικής μειοψηφίας, αρνήθηκε να τους δώσει δικαίωμα σχηματισμού κυβέρνησης και δήλωσε ευθέως, ότι η προγραμματική πλατφόρμα της αντιπολίτευσης προετοιμάστηκε στην γειτονική Αλβανία».

Ταυτόχρονα, ο πρόεδρος του Κόσοβο, Χασίμ Θάτσι, δηλώνει ότι οι Αλβανοί στην ΠΓΔΜ «πρέπει να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους». Ο Ρώσος αναλυτής σημειώνει ότι δεν είναι μυστικό πως τα Τίρανα ονειρεύονται την «Μεγάλη Αλβανία». Μέρος αυτού του σχεδίου αποτελεί η απόσπαση του τμήματος της ΠΓΔΜ με τον αλβανόφωνο πληθυσμό και η προσάρτησή του στην Αλβανία.

Αντίστοιχα σχέδια υπάρχουν για το Κόσοβο, το οποίο η Σερβία εξακολουθεί να θεωρεί δικό της, καθώς και για το νότιο τμήμα του Μαυροβουνίου. Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, από την στιγμή που ο Ιβανόφ αρνήθηκε τον σχηματισμό «αλβανικής» κυβέρνησης, επιλέχθηκε η «πίσω πόρτα», με την εκλογή «δικού τους ανθρώπου» στην προεδρία του κοινοβουλίου, ο οποίος, από την θέση του, θα μπορεί να «ρυθμίζει» ή ακόμη και να χειραγωγεί την νομοθετική διαδικασία προς όφελος των αλβανόφωνων.

Υπέρ του σχηματισμού κυβέρνηση με την «Πλατφόρμα των Τιράνων» τάχθηκε η ΕΕ, δια της αρμόδια Επιτρόπου, Φεντερίκα Μογκερίνι, το ΝΑΤΟ, καθώς επίσης ξεχωριστά οι ΗΠΑ και η Βρετανία. Η Ρωσία, με επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών, καταδίκασε την πίεση που ασκούν ΕΕ και ΝΑΤΟ στον Ιβανόφ, κάνοντας λόγο για παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας. Ο Ρώσος αναλυτής επίσης ερμηνεύει το αποτέλεσμα των εκλογών του Δεκεμβρίου ως «ήττα» της Δύσης. Η οποία τάχθηκε και υπέρ της εκλογής του Τζαφέρι στην προεδρία της Βουλής. «Θα παραμείνει η υπόλοιπη Ευρώπη αμέτοχη» διερωτάται ο Ρώσος αναλυτής. «Το 1999 το ΝΑΤΟ βομβάρδισε την Σερβία για “παραβιάσεις”, όπως ονόμασε τις προσπάθειες του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς να επαναφέρει την συνταγματική τάξη στο Κόσοβο. Τι θα βρουν οι ΗΠΑ και η ΕΕ να κατηγορήσουν τον Γκεόργκι Ιβανόφ; Οτιδήποτε.».

Via : tvxs.gr