imagesCAIFUW3A

Του Παντελή Κυπριανού*

Οι λέξεις λειτουργούν σαν οδηγοί στον κόσμο, οργανώνουν το προσωπικό σύμπαν -και έτσι συντελούν στην προσωπική ανάπτυξη- και τις διαπροσωπικές σχέσεις, φτιάχνουν πράγματα. Η επιτέλεση της τριπλής αυτής λειτουργίας συναρτάται με τη σχέση της λέξης με το πράγμα. Η λέξη δεν ταυτίζεται με τα πράγματα, είναι, εν μέρει, αυθαίρετη και πολυσημική και, έτσι, προσφέρεται σε πολλαπλές αναγνώσεις. Η περίπλοκη σχέση της λέξης με τα πράγματα την καθιστά πιο προσωπική, πιο γοητευτική και πιο αποτελεσματική.

Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, κοινωνικοί επιστήμονες αμφισβήτησαν τη δυνατότητα των «Μεγάλων Θεωριών» να αποδώσουν, να ερμηνεύσουν και να επηρεάσουν τον κόσμο. Θεωρήθηκε ότι οι κοινωνίες μας γίνονται πολυπλοκότερες και ένα σύνολο σημείων με τη μορφή μιας γενικής θεωρίας δεν μπορεί να τις «χωρέσει» και να τις επηρεάσει. Ετσι, προτάθηκε η συγκρότηση θεωριών «μέσης κλίμακας» που περιγράφουν και ερμηνεύουν τμήματα των κοινωνιών μας.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ως συνέχεια σε μεγάλο βαθμό της προηγούμενης συζήτησης, διατυπώθηκε με δύναμη η θέση περί του τέλους των «μεγάλων αφηγήσεων». Σε έναν κόσμο όλο και πιο σύνθετο και περισσότερο εξατομικευμένο, θεωρήθηκε ότι οι «μεγάλες αφηγήσεις», στην προκείμενη περίπτωση κατά βάση η μαρξική θεώρηση, δεν μπορούν να εννοιολογήσουν ικανοποιητικά τον κόσμο και να επιτελέσουν τα επαγγελλόμενα.

Είτε δεχθούμε είτε όχι την προαναφερθείσα απόφανση, κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι οι λέξεις δεν παράγουν αποτελέσματα. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τις πολιτικές ιδεολογίες. Πάρα τη βαθιά κρίση των πολιτικών κομμάτων, ο ιδεολογικός λόγος ως σύνολο λέξεων και προτάσεων συνιστά πάντα έναν τρόπο κατανόησης του κόσμου, ένα μέσο συνεύρεσης και κοινής δράσης των ανθρώπων και, βέβαια, ένα όχημα κοινωνικού μετασχηματισμού.

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχει συντελεστεί και συντελείται μια τεράστια αλλαγή σε επίπεδο λέξεων και, σε δεύτερο επίπεδο, του κυρίαρχου ιδεολογικού λόγου. Η αυξανόμενη, μετά τη δεκαετία του 1960, παρουσία των διεθνών οργανισμών σε συνδυασμό με την παγκοσμιοποίηση επιτρέπουν στους πρώτους να έχουν όλο και μεγαλύτερο βάρος στην παραγωγή του «επίσημου» λόγου. Ο λόγος αυτός δεν εμφανίζεται ως ιδεολογικός ή ως τεχνοκρατικός αλλά ως επιστημονικός και ως παιδαγωγικός. Ετσι, η διαμάχη περί του λόγου αυτού δεν εμφανίζεται ως ιδεολογική αλλά ως ικανότητα διαχείρισης ενός λόγου επιστημονικού. Με τη σειρά τους τα εθνικά κράτη κρίνονται από την ικανότητά τους να τον εγκολπωθούν και να τον αναπλαισιώσουν στην επικράτειά τους.

Ο λόγος αυτός δύσκολα μπορεί να απορριφθεί ασυζητητί. Αντλεί από τις καλύτερες παραδόσεις και εμφανίζεται με τη μορφή ελκυστικών στόχων. Ολες οι αναφορές για την εκπαίδευση παραπέμπουν στο έργο παιδαγωγών που άλλαξαν τον κόσμο. Ολα τα κείμενα θέτουν ως σκοπό της εκπαίδευσης το «να μαθαίνουμε πώς να μαθαίνουμε» του Χούμπολτ, όλα προκρίνουν την ενεργητική παιδαγωγική και το «learning by doing» του Ντιούι, τα περισσότερα αν όχι όλα υιοθετούν βασικές ιδέες του Πιαζέ για το παιδί. Το ίδιο ισχύει και για έννοιες που σήμερα κουβεντιάζονται πολύ. Ενδεικτικά αναφέρω την αξιολόγηση των εργαζομένων, την αριστεία στην επιστήμη και αλλού, την κινητικότητα, τις βασικές δεξιότητες ή ικανότητες των εκπαιδευομένων.

Γοητευτικές σε πρώτη ματιά, όλες αυτές οι έννοιες είναι πολυσημικές. Δύο παραδείγματα που μπήκαν στην καθημερινότητά μας: αξιολόγηση και αριστεία. Η αξιολόγηση μπορεί να ιδωθεί από μια συντηρητική σκοπιά ως μέσο ελέγχου, από μια φιλελεύθερη ως μηχανισμός αμοιβαίου ελέγχου με σκοπό τη μη συγκέντρωση εξουσίας, και από μία ριζοσπαστική-αντιεξουσιαστική ως μέσο αυτογνωσίας και αυτοβελτίωσης. Οσο για την αριστεία, ως αρχή της φέρεται η διαρκής μέριμνα να βελτιωνόμαστε, να είμαστε οι καλύτεροι. Μπορεί όλοι να είναι καλύτεροι; Αναγκαία συνθήκη μεταξύ άλλων είναι η χρηματοδότηση. Αυτό εξαρτάται από την πολιτική κυβερνήσεων και οργανισμών. Ολοι γνωρίζουμε ότι παντού σήμερα προέχει –αφήνοντας κατά μέρος τις πελατειακές σχέσεις- η χρηματοδότηση δράσεων με άμεσο οικονομικό αντίκρισμα. Αρα, η αριστεία αφορά πρώτιστα συγκεκριμένες ερευνητικές περιοχές. Αν είναι έτσι, γιατί κανείς πρέπει να είναι άριστος;

Λόγος αμφίσημος, πολυσημικός και αναμφίβολα όχι αποδεσμευμένος από ιδεολογικές μέριμνες και προσμίξεις. Η δαιμονοποίησή του όμως υποδηλώνει άγνοια της μεταλλαγής του κυρίαρχου λόγου διεθνώς και αφήνει ελεύθερο το πεδίο για την πλήρη ιδεολογική κατίσχυση των εκφραστών του. Μάχη των λέξεων λοιπόν αλλά στο πεδίο των λέξεων και όχι των γενικόλογων αναχωρητικών αφορισμών. Μόνον έτσι μπορεί να κατανοηθούν οι εν εξελίξει ιδεολογικοί μετασχηματισμοί σε έναν κόσμο που αλλάζει χωρίς αναγκαστικά να γίνεται καλύτερος.

……………………………………………………………………………………

* Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών

Via : www.efsyn.gr