Τι ακριβώς προέβλεπαν οι συμφωνίες του Όσλο, πώς θα χάραζαν τα σύνορα των δύο κρατών, οι τεχνικές λεπτομέρειες και ποιοι ήταν οι κύριοι λόγοι που όλα αυτά τελικά θα έμεναν στα χαρτιά.

Πριν από τριάντα χρόνια, Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι ηγέτες συναντήθηκαν στον Λευκό Οίκο για να υπογράψουν μια συμφωνία που πολλοί πίστευαν ότι θα μπορούσε να φέρει οριστικά την ειρήνη στην περιοχή.

Η πρώτη Συμφωνία του Όσλο έφερε κοντά τους Γιτζάκ Ραμπίν και τον Γιάσερ Αραφάτ, δηλαδή τον τότε Ισραηλινό πρωθυπουργό και τον ιστορικό ηγέτη της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO). Ακολούθησε η ιστορική πια χειραψία μεταξύ τους μπροστά απ’ τον Μπιλ Κλίντον και την επόμενη χρονιά, η συμφωνία θα χάριζε και στους δύο το Νόμπελ Ειρήνης, μαζί με τον τότε υπουργό Εξωτερικών του Ισραήλ, Σιμόν Πέρες.

Τα χρόνια πέρασαν και οι τρεις αυτοί άνδρες είναι πια νεκροί, με τον Ράμπιν μάλιστα να δολοφονείται για λόγους που έχουν άμεσα να κάνουν με αυτές τις Συμφωνίες. Η ειρηνευτική διαδικασία που υποτίθεται ότι θα ξεκινούσε αυτή η συμφωνία πέθανε εν τη γενέσει της, με το Ισραήλ να συνεχίζει την παράνομη κατοχή του παλαιστινιακού εδάφους και τον παλαιστινιακό λαό να απέχει πολύ ακόμα από το να ζήσει σε ένα δικό του ανεξάρτητο κράτος.

ΤΙ ΗΤΑΝ ΟΙ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΤΟΥ ΟΣΛΟΗ πρώτη Συμφωνία του Όσλο, γνωστή ως Όσλο Ι, υπογράφηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1993. Η συμφωνία μεταξύ της ισραηλινής και της παλαιστινιακής ηγεσίας είδε τη μία πλευρά να αναγνωρίζει την άλλη για πρώτη φορά και να αλληλοδεσμεύονται να τερματίσουν τη σύγκρουσή τους που μετρούσε ήδη μερικές δεκαετίες.

Πιο συγκεκριμένα, το 1993 το Ισραήλ, με επικεφαλής τον υπουργό Εξωτερικών, Σιμόν Πέρες, διεξήγαγε μια σειρά διαπραγματεύσεων με την PLO στο Όσλο της Νορβηγίας. Στις αρχές Σεπτεμβρίου ο Γιάσερ Αραφάτ έστειλε επιστολή στον Ράμπιν λέγοντας ότι η PLO αναγνώριζε το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ, αποδέχτηκε τις αποφάσεις 242 και 338 του ΟΗΕ (που ζητούσαν διαρκή ειρήνη με το Ισραήλ σε αντάλλαγμα την απόσυρση του Ισραήλ στα προ του 1967 σύνορά του) και αποκήρυξε την τρομοκρατία και τη βία.

Ο Γιτζάκ Ραμπί το 1992 στο Τελ Αβίβ. AP PHOTO

Μέρες αργότερα υπέγραψαν μια Διακήρυξη Αρχών (γνωστή ως Συμφωνίες του Όσλο), συμφωνώντας να δημιουργήσουν παλαιστινιακή αυτοδιοίκηση για πέντε χρόνια με αντάλλαγμα την παλαιστινιακή βοήθεια σε θέματα ισραηλινής ασφάλειας. Τα πιο επίμαχα ζητήματα (συμπεριλαμβανομένης της Ιερουσαλήμ, των τελικών συνόρων και των εβραϊκών οικισμών στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας και την επιστροφή των Παλαιστινίων προσφύγων) επρόκειτο να συζητηθούν μετά από αυτά τα πέντε χρόνια.

Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν καθώς το Ισραήλ και η PLO εργάζονταν για την εφαρμογή μιας λύσης δύο κρατών. Τον Μάιο του 1994, μια συμφωνία που συνήφθη στο Κάιρο οδήγησε στην απόσυρση των ισραηλινών δυνάμεων από τις πόλεις της Γάζας και της Ιεριχώ τον ίδιο μήνα και ίδρυσε την Παλαιστινιακή Αρχή (PA) για την εκτέλεση μη στρατιωτικών λειτουργιών σε αυτές τις περιοχές.

Μια δεύτερη συμφωνία, γνωστή ως Όσλο ΙΙ, υπογράφηκε τον Σεπτέμβριο του 1995 και περιελάμβανε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τον τρόπο που θα έπρεπε να λάβει πραγματική μορφή αυτή η ειρηνευτική διαδικασία.

Η αυτόνομη διακυβέρνηση της Παλαιστινιακής Αρχής επεκτάθηκε σε ακόμη έξι άλλες πόλεις το 1995 μετά τη σύναψη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας για τη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας (πάλι για το Όσλο ΙΙ συζητάμε). Μια έβδομη πόλη, η Χεβρώνα, επρόκειτο να παραδοθεί το 1996. Αυτή η συμφωνία χώριζε επίσης τη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας σε τρεις τύπους εδαφών: στις περιοχές υπό παλαιστινιακή διοίκηση και ασφάλεια (“Περιοχή Α”), στις περιοχές υπό παλαιστινιακή διοίκηση αλλά από κοινού ισραηλινοπαλαιστινιακή ασφάλεια (“Περιοχή Β”) και στις περιοχές υπό ισραηλινή διοίκηση και ασφάλεια (“Περιοχή Γ”).

Γενικά, το πνεύμα των Συμφωνιών του Όσλο κινούταν γύρω απ’ την παλαιστινιακή αυτοδιάθεση, με τη μορφή ενός παλαιστινιακού κράτους δίπλα στο Ισραήλ. Αυτό θα σήμαινε ότι το Ισραήλ, το οποίο σχηματίστηκε στη γη της ιστορικής Παλαιστίνης το 1948 σε μια εκδήλωση που οι Παλαιστίνιοι αποκαλούν ως “Nakba”, θα αποδεχόταν τις παλαιστινιακές αξιώσεις για εθνική κυριαρχία. Οι αξιώσεις, ωστόσο, θα περιορίζονταν μόνο σε ένα κλάσμα της ιστορικής Παλαιστίνης, με το υπόλοιπο να αφήνεται στην κυριαρχία του Ισραήλ.

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος θα έπρεπε να γίνουν πολλά ακόμη βήματα. Ένα απ’ αυτά θα ήταν η σταδιακή αποχώρηση του ισραηλινού στρατού από τα παλαιστινιακά εδάφη που κατείχε παράνομα από το 1967 και τη μεταφορά της εξουσίας σε μια παλαιστινιακή διοίκηση, εκτός από ζητήματα τελικού καθεστώτος, συμπεριλαμβανομένου του καθεστώτος της Ιερουσαλήμ (το ανατολικό μισό της οποίας είναι κατεχόμενη παλαιστινιακή γη) και οι παράνομοι εποικισμοί του Ισραήλ, για τους οποίους θα διαπραγματεύονταν αργότερα.

Η τελική συνθήκη, η οποία όπως είπαμε επρόκειτο να επιτευχθεί σε πέντε χρόνια, δεν υπογράφτηκε ποτέ.

AP PHOTO/ENRIC MARTI

Γιατί ήταν τόσο δύσκολο να επιτευχθεί αυτή η λύση τα χρόνια που ακολούθησαν;

Σύμφωνα με άρθρο των New York Times από το 2016, υπάρχουν τέσσερα ζητήματα που αποδείχθηκαν πιο δύσκολα. Το καθένα καταλήγει σε ένα σύνολο βασικών απαιτήσεων μεταξύ των δύο πλευρών που όταν πάει κανείς να τις εφαρμόσει, μοιάζουν σαν να αλληλοαποκλείονται.

1. ΣΥΝΟΡΑ

Δεν υπήρχε συναίνεση σχετικά με το πού ακριβώς θα έπρεπε να χαράξουν τη γραμμή. Γενικά, οι περισσότεροι πίστευαν ότι τα σύνορα θα ακολουθούσαν τις γραμμές πριν από τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1967, αλλά με το Ισραήλ να κρατά μέρος της γης όπου έχει πια χτίσει οικισμούς και σε αντάλλαγμα να παρέχει άλλα κομμάτια γης στους Παλαιστίνιους ως αποζημίωση. Το Ισραήλ έχει κατασκευάσει φράγματα κατά μήκος και εντός της Δυτικής Όχθης που πολλοί αναλυτές ανησυχούν ότι δημιουργούν ντε φάκτο σύνορα και έχει χτίσει οικισμούς στην περιοχή που θα δυσκολέψουν τη δημιουργία αυτής της γης ως τμήμα μιας ανεξάρτητης Παλαιστίνης.

Και όσο περνούσε ο καιρός, οι οικισμοί αυξάνονταν -και ακόμα αυξάνονται-, καθιστώντας θεωρητικά κάθε μελλοντικό παλαιστινιακό κράτος ακόμα πιο μικρό και πιθανώς διασπώντας το σε μη συνεχόμενα κομμάτια.

2. ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ

Και οι δύο πλευρές διεκδικούν την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσά τους και τη θεωρούν κέντρο θρησκευτικής λατρείας και πολιτιστικής κληρονομιάς. Η λύση των δύο κρατών απαιτεί συνήθως τη διαίρεση της σε μια ισραηλινή Δύση και μια παλαιστινιακή Ανατολή, αλλά δεν είναι εύκολο πώς να τραβήξει κανείς τη γραμμή -εβραϊκοί, μουσουλμανικοί και χριστιανικοί ιεροί τόποι βρίσκονται ο ένας πάνω στον άλλο.

Το Ισραήλ έχει ανακηρύξει την Ιερουσαλήμ “αδιαίρετη πρωτεύουσά” του, προσαρτώντας ουσιαστικά το ανατολικό του μισό, και έχει οικοδομήσει κτίρια που εδραιώνουν τον ισραηλινό έλεγχο της πόλης.

3. ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Μεγάλος αριθμός Παλαιστινίων διέφυγαν ή εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους, κυρίως κατά τη διάρκεια του αραβο-ισραηλινού πολέμου του 1948 που ήρθε μετά τη δημιουργία του Ισραήλ. Αυτοί και οι απόγονοί τους αριθμούν πλέον πέντε εκατομμύρια και πιστεύουν ότι αξίζουν το δικαίωμα να επιστρέψουν. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να το δεχτεί το Ισραήλ. Πάρα πολλοί επαναπατρισθέντες θα έβαζαν τέλος στη δημογραφική πλειοψηφία των Ισραηλινών και, ως εκ τούτου, στο καθεστώς όπως αυτό έχει διαμορφωθεί τόσα χρόνια.

4. ΑΣΦΑΛΕΙΑ

Για τους Παλαιστίνιους, ασφάλεια σημαίνει τέλος στην ξένη στρατιωτική κατοχή ενώ για τους Ισραηλινούς ασφάλεια σημαίνει αποφυγή κατάληψης της Δυτικής Όχθης από μια ομάδα όπως η Χαμάς. Σημαίνει επίσης να μπορεί το Ισραήλ να διατηρεί τα σημεία που χρειάζεται για να υπερασπιστεί τον εαυτό του έναντι ξένων στρατών. Για εκείνους δηλαδή απαιτείται συνεχής ισραηλινή στρατιωτική παρουσία σε μέρη της Δυτικής Όχθης.

Έτσι κι αλλιώς, ήταν μία συμφωνία με πολλούς αντιπάλους και απ’ τις δύο πλευρές. Ενέργειες που ακολούθησαν όπως η εκτέλεση 29 Παλαιστινίων σε τόπο προσευχής από τον Ισραηλινό Μπαρούχ Γκολντστάιν και η δολοφονία του νομπελίστα πια, Γιτζάκ Ραμπίν από τον Γιγκάλ Αμίρ, ένας 25χρονο Ισραηλινό φοιτητή, προφήτευσαν το κύμα βίας που θα ακολουθούσε και το οποίο θα ακύρωνε στην πράξη αυτές τις συμφωνίες.

Πηγή : https://www.news247.gr