Robert Leroy Johnson (8 Μαΐου 1911 – 16 Αυγούστου 1938)

Σαν σήμερα εν έτει 1911 γεννιέται σε οικογένεια μαύρων δούλων του Αμερικανικού Νότου, ο Ρόμπερτ Λίροϊ Τζόνσον, μια από τις πιο εμβληματικές μορφές των μπλουζ. Στις δεκαετίες που πέρασαν μετά τον θάνατό του, τα 29 τραγούδια που άφησε πίσω του στάθηκαν αρκετά για να στιγματίσουν τους μεγαλύτερους κιθαρίστες του μπλουζ και του ροκ και να τον χρήσουν King of The Delta Blues Singers και πατέρα του ύφους που επικράτησε σε αυτή τη μουσική.

Ξεκινώντας τη ζωή του στο Χέιζελχερστ του Μισισιπή και τις μνήμες του εμφυλίου ακόμα νωπές (1861-1865), ο Τζόνσον αρχικά ακολούθησε την μοίρα όλων των μαύρων του Νότου, δουλεύοντας στις απέραντες βαμβακοφυτείες που τότε αποτελούσαν κινητήριο μοχλό της αμερικανικής οικονομίας που εκβιομηχανιζόταν και ανπτυσσόταν στην καπιταλιστική υπερδύναμη που τώρα ξέρουμε. Τα παιδικά χρόνια ήταν δύσκολα για τον Τζόνσον που εκτός της βαριάς δουλειάς στο βαμβάκι είχε να συμφιλιωθεί και με τις συνεχείς μετακινήσεις μέσα στο Μισισιπή και το Αρκάνσας αφού ακολουθούσε την μητέρα του στα σπίτια διάφορων εραστών της που τους φιλοξενούσαν ανά περιόδους.

Η συνεχής περιπλάνηση θα γίνει βίωμά του από πολύ μικρή ηλικία και σε συνδυασμό με τις ανύπρκτες τότε υποδομές εκπαίδευσης θα τον κρατήσουν μακριά από το σχολείο και την επίσημη μόρφωση. Σε ηλικία περίπου 18 χρονών θα αγγίξει για πρώτη φορά κιθάρα. Έχοντας την τύχη να γνωρίσει μεγάλους μουσικούς της εποχής του σαν τον Σον Χάουζ, τον Τσάρλι Πάτον και τον Γουίλι Μπράουν θα μπεί γρήγορα στο χώρο και θα προσπαθήσει να ζήσει παίζοντας μουσική σε διάφορα μαγαζιά του Δέλτα του Μισισιπή. Το Φεβρουάριο του 1929 και λίγο πρίν η Αμερική βυθιστεί από το Κραχ, ο Τζόνσον θα παντρευτεί μια 15χρονη κοπέλα. Προς μεγάλο προσωπικό κόστος, ο Τζόνσον θα χάσει την γυναίκα του πάνω στη γέννα μαζί με το μωρό τους.

Προσπαθώντας να ξεφύγει από την τραγωδία του, ξεκινάει μια περιοδεία που θα του δώσει την ευκαιρία να δοκιμάσει μα και να βελτιώσει τις ικανότητές του στην κιθάρα. Το 1931 επιστρέφει στη γεννέτειρά του, Χέιζελχερστ με σκοπό την μόνιμη εγκατάσταση στην περιοχή. Γι’ αυτό το λόγο θα διαλέξει να ξαναπαντρευτεί και μάλιστα με μια διαζευγμένη μητέρα δύο παιδιών. Με τις αυξημένες οικονομικές ανάγκες και την Μεγάλη Ύφεση να συρρικνώνει την οικονομία, ο Τζόνσον θα αναγκαστεί, για τελευταία φορά στη ζωή του να γυρίσει για μεροκάματο στις βαμβακοφυτείες.

Αυτή η στροφή προς την ήρεμη ζωή είναι που θα τον κάνει σίγουρο ότι δεν ήταν φτιαγμένος για αυτά. Καθόλου τυχαία λοιπόν, σε ηλικία 21 ετών θα ξεκινήσει να εκφράζει τα συναισθήματά του γράφοντας τραγούδια. Τα τραγουδάει έξω από τα δικαστήρια το πρωί και σε μπαρ το βράδυ. Τον θυμούνται να κρατάει χαρακτηριστικά τον ρυθμό με το πόδι και να σείεται ολόκληρος όσο τραγουδούσε. Αν δεν έπαιζε, θα χόρευε στο ρυθμό με το λιγνό και ευκίνητο κορμί του. Μικροκαμωμένος, με εφηβικά χαρακτηριστικά θα ξεκινήσει να γίνεται και περιζήτητος από τις γυναίκες.

Νιώθωντας πως δεν τον χωρά η πόλη του, θα πάρει την δεύτερη γυναίκα του και θα ξαναφύγει για να περιοδεύσει στο Δέλτα του Μισισιπή. Παρόλα αυτά, σύντομα θα ξαναμείνει μόνος του αφού κι αυτή θα τον παρατήσει, μην μπορώντας να ακολουθήσει το νομαδικό στυλ ζωής του. Απτόητος, ο Τζόνσον θα «ορκιστεί» εργένης και νομάς και θα συνεχίσει με ακόμα μεγαλύτερη προσήλωση την περιπλάνησή του στα μπλουζ μονοπάτια του Δέλτα.

Το ταξίδι και η μοναξιά θα γίνουν οι σταθερές της ζωής του, τις οποίες και ρομαντικοποιεί στα τραγούδια του μέχρι το θάνατό του το 1938. Παρόλα αυτά, η ένταση της ερμηνείας του, παντρεύοντας τους άμεσους στίχους του με έναν εντυπωσιακό τρόπο παιξίματος θα κάνει την απειροελάχιστη ηχογραφημένη κληρονομιά του τόσο δυνατή και διαχρονική όσο λίγες.

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930 η φήμη του στον ευρύτερο Νότο είχε φτάσει σε ύψη που τον έκαναν περιζήτητο σε γιορτές, μπαρ και άλλες εκδηλώσεις. Έτσι, για καλή μας τύχη, ένας άγνωστος άντρας ονόματι Έρνι Όρτλ θα πλησιάσει τον Τζόνσον τον Νοέμβριο του 1936 και θα τον πάει για μια ηχογράφηση στο Σαν Αντόνιο του Τέξας. Παρενθετικά, ας σημειωθεί πως τότε οι εταιρείς ηχογραφήσεων έκαναν τη πρώτη τους εμφάνιση.

Τα μειωμένα κόστη παραγωγής δίσκων αλλά και οι ενέσεις ρευστότητας του New Deal που εφάρμοζε ο Ρούσβελτ είχαν ξεκινήσει να αποκαθιστούν την αγοραστική δύναμη του μέσου νοικοκυριού. Οι αγοραστές δίσκων βινυλίου ήταν ένα οικονομικά υπολογίσιμο μέγεθος κι έτσι οι ηχογραφήσεις ήταν κοινή πρακτική για πολλούς νέους τραγουδιστές που τότε δεν αποσκοπούσαν τόσο στα κέρδη από τις πωλήσεις αλλά στην διάδοση του ονόματός τους. Για τον Ρόμπερτ Τζόνσον, ο απολογισμός ήταν: 29 συνθέσεις και 42 εγγραφές, μόνο.

Εν τω μεταξύ, ο Βορράς των λευκών έχει αρχίσει να διευρύνει τα ακούσματά του και είναι έτοιμος να υποδεχτεί τον Τζόνσον για μια περιοδεία που θα κρατήσει αρκετούς μήνες. Τώρα παίζει μόνο τα μπλουζ αφού αυτά ζητούν με πείσμα οι λευκοί μάνατζερ και θαμώνες των μπαρ. Η βαβούρα του Βορρά δεν θα κερδίσει τον Τζόνσον οπότε και θα πάρει την απόφαση να κατηφορίσει προς τον Νότο, στο φυσικό περιβάλλον των τραγουδιών του. Εκεί όπου η μοναξιά, οι φόβοι και οι κακουχίες ενός Αφρο-αμερικάνου που ζει τις πραγματικότητες του Νότου και του Κραχ θα μετατραπούν σε ένα κεφάλαιο που θα διαμόρφωνε την σύγχρονη μουσική, έτσι όπως την γνωρίζουμε.

Η αύρα της μουσικής του θα ενισχυθεί από το γεγονός ότι ελάχιστα στοιχεία είναι διαθέσιμα για την προσωπική ζωή του. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι το 1986 δεν έιχε έρθει στο φως ούτε καν μία φωτογραφία του. Ακόμα και σήμερα, μόνο δύο έχουν βρεθεί μετά από εθελοντική έρευνα ενός θαυμαστή της μουσικής του. Οι μύθοι για την ζωή του πολλοί: το χωριατόπαιδο που μετατράπηκε σε γόη, το πούλημα της ψυχής του στο διάβολο για να μάθει κιθάρα, ο δηλητηριασμός του από ερωτικό αντίζηλο και ο θάνατός του τρεις μέρες μετά, ενώ ο θρυλικός κυνηγός ταλέντων της εποχής Τζον Χάμοντ τον έψαχνε για συναυλία στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης.

Τόσο ανεξήγητα δυναμικό ήταν το ταλέντο του Τζόνσον που μόνο στη σφαίρα του μυθικού μπορούσε να κατανοηθεί από τους συγχρόνους του. Τα μακριά του δάχτυλα, το μοναδικό του παίξιμο και η επιμελής φύλαξη των μυστικών του -λέγεται ότι ακόμα κι όταν κούρδιζε την κιθάρα του γύριζε πλάτη στο κοινό- αλλά και το πάθος του για τις γήινες απολάυσεις διαμόρφωσαν το προφίλ ενός ανθρώπου που μόνο από τον ίδιο τον δίαβολο θα μπορούσε να έχει πάρει τόσο ταλέντο δίνωντας για αντάλλαγμα την ψυχή του.

“Cross Road Blues”, “Love In Vain”, “Hellhound On My Trail”, “I Believe I’ll Dust My Broom”, “Walking Blues” και “Sweet Home Chicago” είναι μερικά από τα πιο κλασσικά μπλουζ κομμάτια που άφησε κληρονομιά στη σύγχρονη δυτική μουσική. «Θέλετε να ξέρετε πόσο καλά μπορεί να γίνει το μπλουζ;» είχε αναρωτηθεί κάποτε ο Κιθ Ρίτσαρντς για να πεί «Λοιπόν, αυτό είναι». Ίσως όμως τα λόγια ενός άλλου μεγάλου εραστή της κιθάρας, του Έρικ Κλάπτον, να λένε την ίδια αλήθεια πιο απλά: «Δεν έχω βρει τίποτα πιο βαθιά εκφραστικό από τον Ρόμπερτ Τζόνσον.»

Via : tvxs.gr