εργασια

του Στάθη Λουκά

Η μηχανιστική και  με χαρακτήρα  πολιτικαντισμού συζήτηση για συγκλίσεις – που άρχισε από κομμάτι της ηγετικής ομάδας – δεν λαβαίνει υπ’ όψη  τη διαδικασία αποδιάρθρωσης του Σοσιαλδημοκρατικού Συμβιβασμού καθώς και εκείνου που προέρχεται από την Κομμουνιστική Μεταρρυθμιστική Εμπειρία και γιατί στην Χώρα εκφράστηκε κάτι μεταξύ συντεχνιακής και  της πολιτικής συναλλαγής.

Και σχετικά με την ήττα των δύο εμπειριών οφείλονται πέρα από τα άλλα και στην   εγκατάλειψη από τη μεριά της αριστεράς του ρόλου και της αξίας της εργασίας. (Alan Greenspan)

«εργασία που δίνει, όχι μόνον την υλική ζωή, αλλά και την υπαρξιακή υπόσταση, λόγω του εκ των πραγμάτων πολιτικού ρόλου του ανθρώπου που εργάζεται»(MarioTronti).

Πρόκειται για μια διευρυμένη αντίληψη της εργασίας που περικλείει ανθρώπινες δραστηριότητες διάφορης μορφής και δεν εξαντλείται στην παραδοσιακή ταξική πάλη. Είναι ο χώρος της προσωπικής ολοκλήρωσης, της αυτονομίας  και της δυνατότητας να αντιμετωπίσει την κοινωνική πολυπλοκότητα.

Επόμενα μια σύγχρονη Αριστερά που διεκδικεί το ρόλο της εργασίας και προσπαθεί να συμβάλει στην δημιουργία ενός κοινωνικού μπλοκ εξουσίας πρέπει  να προσδιορίζει το Μέρος της Κοινωνίας που καλείται να παίξει ένα γενικό ρόλο : εξαρτημένη εργασία, μικροί βιοτέχνες και ατομικοί επιχειρηματίες, δημιουργοί (που είναι βασικά αδύναμοι μπροστά στο κεφάλαιο και δη το χρηματιστηριακό), και φυσικά άνεργοι, περιφερόμενοι, απολυόμενοι, ταμείο ανεργίας, μετανάστες κλπ. Δηλ. το μέρος της κοινωνίας που μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός νέου γενικού συμφέροντος.

Που θα προβάλλεται  στην διαμόρφωση ενός νέου New Deal που θα στηρίζεται σε μια δημόσια παρουσία διευρυμένη και σύνθετη   και σε μια οικονομική πληθυντική παρουσία ( κεφάλαια ρίσκου, δημόσιες επιχειρήσεις, συνεταιριστικής αλληλεγγύης, τρίτου τομέα, και οικονομία των δημόσιων συλλογικών αγαθών και της οικολογική αναδιάρθρωσης των παραγωγικών διαδικασιών).

Προσπαθώ να διακρίνω κάποια περίσκεψη  για τα Δημόσια συλλογικά ή κοινοτικά αγαθά που είναι η καινούργια πρόκληση για μια Αριστερά και που σχετίζονται με τις καρσικές εμφανίσεις των νέων κινημάτων.

Για να έχει η χώρα  κάποιο μέλλον, θα ήλπιζε κανείς  να μην ιδιωτικοποιούνται τα  δημόσια-συλλογικά αγαθά, που «είναι εκείνα τα αγαθά που είναι λειτουργικά για την άσκηση των βασικών δικαιωμάτων και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου. Τα οποία πρέπει να διασωθούν, απελευθερώνοντάς τα από την καταστρεπτική λογική της άμεσης και βραχυπρόθεσμης εκμετάλλευσης, προβάλλοντας την προστασία τους στον πιο μακρινό κόσμο, που θα κατοικείται από τις μελλοντικές γενιές».

Υπάρχουν αγαθά που η αγορά δεν είναι σε θέση να αγοράσει και όταν το επιχειρεί διαρρηγνύει ανεπανόρθωτα μια άλλη αξία που δεν είναι λιγότερο ριζωμένη στις συνειδήσεις και που μετριέται με το επίπεδο του πολιτισμού.

Δεν πρόκειται για μια ουτοπική διαφυγή, αλλά για να αναζητήσουμε ορισμένα όρια στην λειτουργία της αγοράς, που προκύπτουν από άλλες αξίες. Η ρίζα των ανισοτήτων που διαμορφώνονται ευρίσκεται στο γεγονός ότι η επιδίωξη του μέγιστου κέρδους αρχίζει και διατρέχει σφαίρες της ζωής μας που δεν έπρεπε να αγγίξει. Ο νεοφιλελευθερισμός το καλλιέργησε και ο νεομεταρρυθμισμός (Μπλεϊρεσμός) το θώπευσε. Κάτω από αυτή τη σκοπιά η κριτική στον Μπλεϊρισμό, σαν αποδοχή της ύπαρξης στα πλαίσια του νεοφιλελευθερισμού και πολύ περισσότερο σαν πολιτισμική υποταγή σε αυτόν, είναι σωστή και πρέπει να γίνεται. Έχει ήδη αποκηρυχτεί από τον τωρινό ηγέτη του Νέου Εργατικού Κόμματος. Χωρίς να διατρέχεται ο κίνδυνος  για μια πολιτισμική οπισθοδρόμηση σε ένα παρελθόν που δεν μπορεί να υπάρξει.

Η Αριστερά πρέπει να βάλει – με την αναγκαία δύναμη- στη δημόσια συζήτηση το ότι υπάρχουν πράγματα-αγαθά που το χρήμα δεν πρέπει να εκπορθήσει.

Αν τα Δημόσια συλλογικά ή κοινοτικά  αγαθά τοποθετηθούν κάτω από τον έλεγχο της επιδίωξης του κέρδους, αυξάνει απόσταση μεταξύ εκείνων που σε αυτά έχουν πρόσβαση και εκείνων που σταδιακά και προοδευτικά θα αποστερούνται.  Αυξάνονται κατά συνέπεια οι ανισότητες  και οι δηλώσεις περί ίσων ευκαιριών και αξιοκρατίας  καταντάνε κενές περιεχομένου.

Αποτελούν  λοιπόν τα Δημόσια συλλογικά ή κοινοτικά αγαθά ένα διακριτό σύνορο μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς. Και στο σημείο αυτό παρατηρείται μια εκκωφαντική σιωπή.

Και δεν είναι τυχαίο ότι η σιγή – γίνεται ιχθύος- όταν η συζήτηση αυτή καλείται να αναμετρηθεί με την τεράστια πρόκληση – της αναγκαίας για ποιοτική αλλαγή-  οικολογικής αναδιάρθρωσης του παραγωγικού συστήματος

Και το πώς  παλιά και τα νέα κινήματα  και η πολιτική εκπροσώπηση της εργασίας πρέπει να επενεργήσουν όχι  μόνο στο χώρο της παραγωγής (εργαζόμενοι), αλλά και  στον γύρω από την επιχείρηση κοινωνικό και χωροταξικό χώρο (μέσω και των θεσμικών δομών της Τ.Α.: ιδού η σημασία της)  και να βάλουν  τα θέματα της ποιότητας της ανάπτυξης, του χρόνου της δουλειάς  και του χρόνου  της ζωής  και της περιβαλλοντικής ποιότητας.

Ο  εκρηκτικός συνδυασμός «μονιστικής-ολιστικής επιχείρησης» (συνέπεια του τογιοτικού προτύπου παραγωγής) και παγκοσμιοποίησης μπορεί να προκαλέσει τον πραγματικό κίνδυνο ουσιαστικής αποξένωσης των εργαζομένων,  της κοινότητας των πολιτών, των τοπικών θεσμών αλλά και της αντίστοιχης κοινωνικής διάρθρωσης από τα διάφορα επίπεδα απόφασης, που σχετίζονται με την «green economy».

Και δεν είναι τυχαίο ότι δεν γίνεται κανένας λόγος  για την οικολογική αναδιάρθρωση του ηλεκτρικού συστήματος, που σήμερα σχετίζεται με το μετασχηματισμό του συστήματος μεταφοράς και διανομής στο «καινούργιο δικτυακό εργοστάσιο παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας».  Βασικός μοχλός για μια ανάπτυξη με εργασιακή ένταση, σε συνδυασμό με τα τρία 20%.

Ούτε βέβαια για την αναδιανομή εισοδήματος μέσω των ΑΠΕ (Φ.Β) προς όφελος των μεσο-υψηλών στρωμάτων. Καθώς και για το λεγόμενο «ελντοράντο» των υδρογονανθράκων.

Αν έτσι έχει η πρόταση αυτή, η «κεντροαριστερά» είναι  σε απόσταση από μια νέα θεώρηση για το μέλλον της χώρας με  ξεκάθαρα λόγια πρέπει να μιλάει:

Για την εργασία, για τα εισοδήματα, για το δικαίωμα στην εκπαίδευση, στην υγεία, στην κατοικία, για την οικολογική αναδιάρθρωση της οικονομίας,  για την ελευθερία και τις ικανότητες της γυναίκας και για ένα συγκεκριμένο ρόλο της Ευρώπης στη Μεσόγειο.

Είναι φανερό  προβλήματα όπως αυτά που προαναφέρθηκαν  δεν μπορεί να λυθούν στο επίπεδο μιας μόνο χώρας και ούτε μπορεί να μεταφρασθούν σε εθνικές πολιτικές παρά μόνο κάτω από μια εμβληματική επιλογή ασυνέχειας και διακριτής πάλης ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό. Και χωρίς αυτή η επιλογή να χρησιμοποιείται σαν προπέτασμα για κάλυψη πολιτικών παλιού στυλ, πέρα από ανέφικτο θα ήταν  μη ωφέλιμο και επιζήμιο.

Και για όλα αυτά είναι αναγκαία η προβολή τους στα πλαίσια της Ευρώπης με εκείνη την τεράστια κληρονομία ιδεών, ανθρώπινης δημιουργικότητας, γνώσης και κουλτούρας που συνοδεύονται από εκείνη την η κουλτούρα της εργασίας από την οποία προέρχεται και η αριστερά. Που πρέπει να ολοκληρωθεί με πολιτικές, νομικές και εκτελεστικές εξουσίες.

(Κεντρική Επιτροπή ΔΗΜΑΡ 2-3/11/2013)