Στέλλα Νιώτη*

1. Εισαγωγικά: Από την κοινωνία των πολιτών στις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις

Τα τελευταία χρόνια, με την ένταξη της χώρας στον μηχανισμό στήριξης ΔΝΤ-ΕΕ-ΕΚΤ, έχει ενταθεί η συζήτηση για τον ρόλο των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ), κυρίως όμως τους πόρους και τα κανάλια χρηματοδότησης, τα πρόσωπα που συμμετέχουν στα όργανα και τις δραστηριότητές τους, καθώς και τις σχέσεις τους με το πολιτικό σύστημα και τους μηχανισμούς εξουσίας, το εθνικό και διεθνές κεφάλαιο. Η διεξαγόμενη συζήτηση, που επικεντρώνεται σε σημαντικά ζητήματα, όπως η συγκρότηση, η διοίκηση και η διαφάνεια στη χρηματοδότηση, τη διάθεση και τη διαχείριση των πόρων των ΜΚΟ, ελάχιστα έχει ασχοληθεί με το κοινωνικό και ιδεολογικό περιεχόμενο που πλαισιώνει τους σκοπούς και τις δραστηριότητές τους. Από την άποψη αυτή έχει ενδιαφέρον ο προβληματισμός να εστιάσει στο περιεχόμενό τους, ώστε να κατανοηθεί η σχέση τους με τις φιλελεύθερες ιδέες, την ελεύθερη οικονομία, την παγκοσμιοποίηση και τ’ ανθρώπινα δικαιώματα, που εξηγούν γιατί τίθεται σε προτεραιότητα η ενεργοποίηση των πολιτών.

Στον πυρήνα της συγκρότησης και του περιεχομένου των ΜΚΟ βρίσκεται η «ιδέα» της κοινωνίας των πολιτών, που γίνεται αντιληπτή ως σύνολο οργανώσεων και ενώσεων ανθρώπων γύρω από ένα σκοπό, μέσω των οποίων συμμετέχουν στη δημόσια ζωή, δρώντας σε κεντρικό ή περιφερειακό επίπεδο, συμβάλλοντας και επηρεάζοντας τις πολιτικές και τις πρακτικές που ασκούνται σε σημαντικούς τομείς όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, η προστασία και η φροντίδα ευάλωτων ατόμων και κοινωνικών ομάδων, το περιβάλλον κ.ά. Όπως εννοήθηκε παραπάνω, η «ιδέα» της κοινωνίας των πολιτών είναι γέννημα του δυτικού πολιτισμού, δηλαδή των κοινωνιών καπιταλιστικού τύπου, που βρίσκονται ένα στάδιο επέκεινα της άμεσης αντιπροσώπευσης και του κοινουβουλευτισμού, ως διαδικασίας εκπροσώπησης. Πρόκειται δηλαδή για μια κοινωνικοπολιτική κατασκευή, με βασικό διακύβευμα τη «διανομή» και διάχυση της εξουσίας σε ενώσεις και οργανώσεις πολιτών, που μπορούν να παράγουν και οι ίδιοι έργο στον τομέα που τους ενδιαφέρει.

Σε αυτή τη βάση η κατασκευή της κοινωνίας των πολιτών αποτελεί αξιοποιήσιμο εργαλείο κρατικών και υπερκρατικών κέντρων αποφάσεων με σκοπό τη συμμετοχή στην άσκηση διοικητικού έργου σε συγκεκριμένα και προκαθορισμένα εξουσιαστικά πεδία και κύριο έργο τη συμπλήρωση των κενών κρατικής πολιτικής, την απορρόφηση των κοινωνικών κραδασμών, τον «εκκοινωνισμό στις δυτικές αξίες» και την άσκηση προληπτικού ή άτυπου κοινωνικού ελέγχου. Στη «Λευκή Βίβλο για την Ευρωπαϊκή Διακυβέρνηση» (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2001) αναφέρεται σχετικά ότι «(…) Η κοινωνία των πολιτών βλέπει όλο και περισσότερο την Ευρώπη σαν το ιδανικό βήμα για την αλλαγή των πολιτικών προσανατολισμών και της κοινωνίας (…)».

2. Ιστορικό, φυσιογνωμία, σκοποί των ΜΚΟ

Οι ΜΚΟ αποτελούν βασικό μηχανισμό οργάνωσης και συμμετοχής στην άσκηση διοίκησης της κοινωνίας των πολιτών. Οι πρώτες ΜΚΟ ιδρύθηκαν το 18ο αιώνα και αποσκοπούσαν, στην κατάργηση του δουλεμπορίου και της δουλείας σε διάφορες πολιτείες των ΗΠΑ και σε ευρωπαϊκά κράτη με αποικίες, όπως η Γαλλία. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο αριθμός των ΜΚΟ αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο. Στο πρώτο διάστημα μετά τον πόλεμο, με το άρθρο 71 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, διευκρινίζεται ο όρος και ο σκοπός των ΜΚΟ, που αναφέρονται σε οργανώσεις που έχουν αναγνωριστεί από έναν εθνικό ή διεθνή οργανισμό, οι οποίος τις συμβουλεύεται για τα θέματα που δραστηριοποιούνται. Πρόκειται για ομάδες, ενώσεις ή κινήματα, που δεν έχουν κερδοσκοπικό σκοπό, ιδρύονται από ιδιώτες που επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν σε εθνικό, διεθνές ή διακρατικό επίπεδο και αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

Από τη δεκαετία του 1970 και μετά εμφανίζονται όλο και περισσότερες ΜΚΟ σε διάφορες περιοχές, ιδίως στη Λατινική Αμερική, την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, με τη μορφή και τα χαρακτηριστικά που προσδιορίστηκαν από τον ΟΗΕ. Στην Ευρώπη, η ίδρυση της ΔΑΣΕ (Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη) υπήρξε καταλυτική για την αναγνώριση της δράσης των ΜΚΟ. Σε αντίθεση με την Ευρώπη, στην Αφρική οι ΜΚΟ είναι κατά κανόνα οργανώσεις με έδρα άλλες ηπείρους που δραστηριοποιούνται στην Αφρική. Στην Ασία μόλις τα τελευταία χρόνια άρχισαν να αναπτύσσονται και μάλιστα κάτω από δυσμενείς συνθήκες, αφού πολλές φορές, συναντούν την αντίδραση των εθνικών κυβερνήσεων, αλλά και κοινωνικών και θρησκευτικών οργανώσεων.

Από τα συμφραζόμενα προκύπτει ότι οι ΜΚΟ αποτελούν θεσμικό αντίβαρο στην κρατική εξουσία και την εθνική κυριαρχία. Εκπροσωπούν το «κοινό καλό» που ξεκινά από τη βάση της κοινωνίας και βρίσκεται σε διαρκή ανταγωνισμό και σύγκρουση με τη συγκέντρωση της εξουσίας και την «από τα πάνω» διοίκηση. Το πλαίσιο αυτό υποστηρίζεται από τις αρχές του ανθρωπισμού, της αλληλεγγύης και του εθελοντισμού που είναι κοινός τόπος στα καταστατικά πολλών τέτοιων οργανώσεων. Οι ΜΚΟ, από το ρόλο του κοινωνικού διάμεσου, μπορούν να χρησιμεύσουν στην αντιμετώπιση καταστάσεων εκτάκτου ανάγκης, καλύπτοντας τα κενά της κρατικής εξουσίας, κυρίως στον τομέα του κοινωνικού κράτους, δεδομένου ότι θεωρείται πως η δράση τους μπορεί να έχει χαμηλότερο κόστος και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Είναι φορείς μια διεθνιστικής λογικής και αποτελούν συνέπεια της εξασθένισης των εθνικών πολιτικών εξουσιών, δρουν μέσα στο πεδίο απορρύθμισης των εθνικών αγορών και της περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας.

3. Πεδίο δράσης, Χρηματοδότηση, Διαφάνεια, Λογοδοσία

Οι ΜΚΟ δραστηριοποιούνται σε πολλούς τομείς, όπως λ.χ. τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι εργασιακές σχέσεις, η κατάργηση διακρίσεων, οι μειονότητες, οι μετανάστες και οι πρόσφυγες, η κατάσταση της γυναίκας και του παιδιού, το περιβάλλον, τα δικαιώματα των καταναλωτών, ο αφοπλισμός, η ειρήνη, η υγεία κ.ά.

Ανάλογα τον προορισμό, τους σκοπούς και τις δραστηριότητές τους μπορούν να διακριθούν σε διεθνείς, δηλαδή οργανώσεις που έχουν την έδρα τους σε ένα κράτος και παραρτήματα σε άλλα (λ.χ. Διεθνής Αμνηστία, Γιατροί Χωρίς Σύνορα, Green Peace, Human Rights Watch κ.ά.), και σε εθνικές, δηλαδή οργανώσεις που περιορίζουν τη δραστηριότητά τους σε ένα κράτος (λ.χ. Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και την Ειρήνη κ.ά.). Από την άποψη της εθνικής προέλευσης των πολιτών που τις συγκροτούν και τους σκοπούς τους μπορούν επίσης να διακριθούν σε ισχυρά πολυεθνικά δίκτυα οργανώσεων, τα οποία ειδικεύονται κυρίως στην λ.χ. ανθρωπιστική δράση, όπως ο Ερυθρός Σταυρός ή η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως η Διεθνής Αμνηστία, και σε πολυεθνικά κινήματα μεγαλύτερου ή μικρότερου μεγέθους που έχουν ως στόχο την οργάνωση εκστρατειών ενάντια σε ορισμένες μορφές της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, όπως λ.χ. η Γένοβα 2001.

Στο ίδιο επίπεδο, των τυπολογικών διακρίσεων, το εύρος των δραστηριοτήτων μπορούν να μεταβάλλουν τις ΜΚΟ σε οικονομικά μεγαθήρια με συγκεντρωτική δομή, αυστηρή ιεραρχία και κανόνες ένταξης μελών. Πρόκειται στην ουσία για πυραμίδες που στη βάση τους βρίσκονται τα απλά μέλη που τις χρηματοδοτούν και στην κορυφή μια ελίτ επαγγελματιών, όπως λ.χ. η WWF, ο Ερυθρός Σταυρός κ.ά.

Με διακηρυγμένο στόχο την εξυπηρέτηση του συλλογικού συμφέροντος και κριτήριο την αυτονομία τους, οι ΜΚΟ μπορούν να δέχονται επιχορηγήσεις από ιδιωτικές εταιρείες, εθνικά κράτη, υπερκρατικούς οργανισμούς. Ωστόσο, η πρακτική αυτή, σε πολλές περιπτώσεις, αφήνει ερωτηματικά σχετικά με τη διατήρηση της αυτονομίας τους και την εξυπηρέτηση του συλλογικού συμφέροντος, τουλάχιστον με τον τρόπο που αρχικά είχε αντιληφθεί μια ΜΚΟ. Το βασικό ζητούμενο αποτελεί η οριοθέτηση της αυτονομίας τους, ιδίως αν εμπλέκονται στην άσκηση πολιτικής, λ.χ. με την υλοποίηση προγραμμάτων προστασίας ευπαθών ατόμων και κοινωνικών ομάδων.

4. Παραδείγματα παρεμβάσεων ΜΚΟ σε διάφορες χώρες

Οι περιπτώσεις που εξετάζονται αφορούν χώρες προέλευσης μεταναστών, έχουν σημαντικά οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα, για την αντιμετώπιση των οποίων δραστηριοποιούνται ΜΚΟ είτε με εθνική αποκλειστικά αναφορά είτε με έδρα άλλα κράτη και ηπείρους.

4α. Αλβανία: Η εμπλοκή των ΜΚΟ στην πρόληψη, τον περιορισμό και την αντιμετώπιση των θυμάτων των εγκλημάτων τιμής (βεντέτα)

Οι ΜΚΟ έχουν ένα ευρύ πεδίο δράσης στην Αλβανία. Σημαντικό έργο έχουν αναλάβει σχετικά με την καταγραφή των περιστατικών των εγκλημάτων τιμής (βεντέτα). Σε συνεργασία με διεθνείς κρατικούς (Διεύθυνση Έρευνας της μετανάστευσης και των προσφύγων του Καναδά, Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ) και υπερκρατικούς οργανισμούς (ΟΗΕ) δραστηριοποιούνται στην καταγραφή και παρακολούθηση του φαινομένου, καθώς και την προστασία των οικογενειών που ζουν φυλακισμένες στα σπίτια τους, με έμφαση στα παιδιά που ζουν απομονωμένα εξαιτίας του κινδύνου να γίνουν θύματα κάποιας βεντέτας. Παράλληλα επικουρούν την Εθνική Επιτροπή Συμφιλίωσης να περιορίσει τις συγκρούσεις μεταξύ προσώπων και οικογενειών με προοπτική την εξάλειψη των πρακτικών αντεκδίκησης. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες οι ΜΚΟ δρουν αυτόνομα και, περισσότερο, για λογαριασμό υπερκρατικών οργανισμών ή κρατικών υπηρεσιών άλλων χωρών, ενώ, σε μικρότερο βαθμό, επικουρούν το έργο των αρχών στον περιορισμό του φαινομένου, την προστασία των θυμάτων και την εκπαίδευση των παιδιών που ζουν απομονωμένα σε διάφορες περιοχές της χώρας.

4β. Γεωργία: Ο ρόλος των ΜΚΟ στην προστασία της υγείας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Το Παρατηρητήριο για την Προστασία των Υπερασπιστών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Observatory for the Protection of Human Rights Defenders), οργάνωση που δραστηριοποιείται στη Γεωργία βοηθώντας να αναπτυχθούν εθνικές ΜΚΟ και επικουρώντας το έργο τους, έχει βασικό ρόλο στην υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και των φορέων και των πολιτών που πλήττονται από την ανεργία και τη φτώχεια, μεσολαβώντας στην κυβέρνηση και τους διεθνείς οργανισμούς.
Ο Οίκος των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Τιφλίδας (Human Rights House Tbilisi/HRHN) αποτελεί εθνική οργάνωση που δραστηριοποιείται στην υπεράσπιση και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Άλλες εθνικές οργανώσεις, με την επίβλεψη της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (WHO), δραστηριοποιούνται σε ζητήματα προστασίας της δημόσιας υγείας, αναπτύσσοντας προγράμματα κατά του AIDS, των αφροδίσιων νοσημάτων, του καρκίνου κ.ά. ασθενειών, καλύπτοντας βασικές ανάγκες ενός υποχρηματοδοτούμενου συστήματος υγείας και των πολιτών που είναι ανασφάλιστοι σε ποσοστό 75% περίπου.

4γ. Αρμενία: Ο ρόλος των ΜΚΟ στο σύστημα κοινωνικής προστασίας.

Ομάδες εθελοντών έχουν αναλάβει σημαντικούς ρόλους στο κρατικό σύστημα κοινωνικής προστασίας και την ανακούφιση της ακραίας φτώχειας. Στόχος της εργασίας αυτών των ομάδων είναι να προσαρμόσουν τα πρότυπα του σοβιετικού μοντέλου κοινωνικής προστασίας στις νέες συνθήκες της χώρας, λαμβάνοντας υπόψη τους πενιχρούς πόρους που διαθέτει το κράτος για την υποστήριξη αυτών των προγραμμάτων. Αντίστοιχες οργανώσεις δραστηριοποιούνται στον τομέα της δημόσιας υγείας, και σε συνεργασία με την WHO, αναπτύσσουν προγράμματα για την καταπολέμηση του AIDS, της σύφιλης και άλλων αφροδίσιων νοσημάτων, ιδίως μεταξύ του γυναικείου πληθυσμού.

4δ. Πακιστάν: Ο ρόλος των ΜΚΟ στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των παιδιών.

Οι ΜΚΟ έχουν ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων αφού αυτή η πολυσύνθετη χώρα έχει σημαντικά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Στην πλειονότητά τους δεν έχουν εθνική αφετηρία, είναι εγκατεστημένες και δρουν αυτόνομα, ανεξάρτητα, υποστηρικτικά ή ανταγωνιστικά προς τις εθνικές κυβερνήσεις. Η συμβολή τους εστιάζεται στην αντιμετώπιση του επισιτιστικού προβλήματος, και την κάλυψη των κρατικών κενών στην παιδική προστασία, με δραστηριότητες για την προστασία των ορφανών και εγκαταλειμμένων παιδιών, και την βία που ασκείται κατά των γυναικών.

5. ΕΛΛΑΔΑ

Οι όροι «ανάπτυξη εθελοντισμού» και «Μη κυβερνητικές οργανώσεις» με τη σύγχρονη μορφή του επαγγελματικού «εθελοντισμού», εισάγονται στο εθνικό δίκαιο στα τέλη της δεκαετίας του 1990 με τον Ν.2646/1998 για την ανάπτυξη του Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής Φροντίδας και τον Ν.2731/1999, άρθρα 10-17, με τα οποία ρυθμίζονται ζητήματα άσκησης πολιτικής αναπτυξιακής συνεργασίας και βοήθειας σε αναπτυσσόμενες χώρες μέσω των ΜΚΟ. Πρόκειται για νομικά πρόσωπα ιδιωτικού που δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένους τομείς, παρέχοντας υπηρεσίες ανθρωπιστικής βοήθειας προς ευάλωτα άτομα και κοινωνικές ομάδες του πληθυσμού, καθώς και επισιτιστική, ανθρωπιστική και αναπτυξιακή βοήθεια στους πληθυσμούς αναπτυσσόμενων χωρών. Και στις δύο περιπτώσεις το έργο που παρέχεται εντάσσεται στις προτεραιότητες των υπουργείων υγείας και εξωτερικών, που, αντίστοιχα, έχουν την ευθύνη και την εποπτεία και βαρύνονται με την χρηματοδότησή τους.

Στο διάστημα αυτό η πολιτική βούληση παροχής υπηρεσιών μέσων των ΜΚΟ συμπίπτει με τους μετασχηματισμούς που επήλθαν στην χώρα, ως απόρροια της συνθήκης του Μάαστριχτ και των προτεραιοτήτων της ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων και της συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους, καθώς και της υποδοχής προσφύγων και μεταναστών από τις πρώην χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, την Ασία και την Αφρική. Μπορεί δηλαδή να υποστηριχθεί ότι η ανάπτυξη των ΜΚΟ, συνδέθηκε με την ανάγκη διατήρησης της κοινωνικής συνοχής στις νέες συνθήκες που ορίζονταν από το πλαίσιο της φιλελευθεροποίησης και της παγκοσμιοποίησης.

Το έργο των ΜΚΟ διευρύνθηκε και σε άλλους τομείς, λ.χ. την προστασία του περιβάλλοντος και των απειλούμενων με εξαφάνιση ειδών, την προστασία του πολιτισμού και των μνημείων, την αποκατάσταση και επανένταξη ευάλωτων πληθυσμών όπως οι ασυλοποιημένοι ηλικιωμένοι οι ψυχικά πάσχοντες κ.ά., για να αποτελέσει τον τρίτο ισχυρό πόλο της οικονομίας. Στις περισσότερες των περιπτώσεων το έργο που αναλαμβάνουν εντάσσεται στις προτεραιότητες των αρμόδιων υπουργείων απ’ όπου χρηματοδοτούνται εν όλω ή εν μέρει. Κατά συνέπεια αποτελούν εργαλεία άσκησης κρατικής πολιτικής και μάλιστα σε τομείς, όπως λ.χ. η κοινωνική πρόνοια, η ψυχική υγεία, ο επισιτισμός απόρων, η περίθαλψη των προσφύγων και των μεταναστών, το περιβάλλον κ.ά., όπου το νεοφιλελεύθερο κράτος έχει αποφασίσει να αποσυρθεί είτε για λόγους κόστους είτε για να αυξήσει τα περιθώρια ανάπτυξης της ιδιωτικής οικονομίας, φυσικά με την κρατική χρηματοδότηση.

Η σημασία των ΜΚΟ και ο σημαντικός βαθμός εμπλοκής εκπροσώπων του πολιτικού συστήματος στη συγκρότηση, τη διοίκηση, την εξεύρεση εμφανών ή αφανών πηγών χρηματοδότησης και την παροχή έργου, ιδίως όταν αυτό σχετίζεται με τη συντήρηση των πελατειακών σχέσεών τους με τους πολίτες έχει απασχολήσει τα πολιτικά κόμματα. Συγκεκριμένα τα κόμματα εξουσίας, η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζονται θετικά στην «κοινωνία των πολιτών», συμφωνώντας, περίπου, ότι περιορίζουν τον «πατερναλιστικό ρόλο» του κράτους, και πολλά μέλη και στελέχη τους μετέχουν σε ΜΚΟ, είτε ως απλά μέλη είτε στις διοικήσεις τους.

Οι στενές σχέσεις πολλών ΜΚΟ με εκπροσώπους του πολιτικού συστήματος και του εθνικού και διεθνούς κεφαλαίου, η αδρή χρηματοδότηση, ακόμα και πτυχές του έργου τους, είτε ως προς τη διαδικασία είτε ως προς τα μέσα παροχής υπηρεσιών, έχουν απασχολήσει την κοινή γνώμη και, όλο και συχνότερα, δημοσιεύματα έχουν αναφερθεί σε ζητήματα κακοδιοίκησης και διαφθοράς. Ωστόσο, παρά την εν πολλοίς αρνητική δημοσιότητα, ιδίως στις συνθήκες της παρατεταμένης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης της χώρας, σε πολύ λίγες περιπτώσεις έχουν κινητοποιηθεί οι ελεγκτικοί μηχανισμοί και σε ακόμα λιγότερες έχουν καταλογισθεί ευθύνες και ζημίες σε βάρος του δημοσίου.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το εύρος, η ευελιξία και η ικανότητα προσαρμογής των ΜΚΟ στις διαρκώς μεταβαλλόμενες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες έχουν πραγματικά μεταβάλλει τις πολιτικές και πρακτικές άσκησης εξουσίας και διοίκησης σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Σήμερα, η Ελλάδα και η Ευρώπη διοικούνται, σε ένα μεγάλο βαθμό, όπως είχε ευχηθεί ο Romano Prodi, όχι μόνο από τα εθνικά και ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, αλλά και από την κοινωνία των πολιτών, δηλαδή τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις.

Στο παραπάνω πλαίσιο οι ΜΚΟ, με τα περιθώρια που δημιούργησε προς όφελός τους το πολιτικό σύστημα και οι πρακτικές περαιτέρω διείσδυσης στο κυβερνητικό έργο και την άσκηση εξουσίας, αφαίρεσαν σημαντικές αρμοδιότητες και εξουσίες από τις κυβερνήσεις και δημιούργησαν δικές τους επικράτειες δικαιοδοσίας και παρέμβασης. Με το πρόσχημα, πολλές φορές, ότι παράγουν ανθρωπιστική πολιτική και βοηθούν τους ανήμπορους πολίτες, τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, το περιβάλλον, τον πολιτισμό κ.ά., συντηρούν τους μηχανισμούς εξουσίας των κρατών όπου συγκροτούνται ή εγκαθίστανται, ενώ προστατεύουν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των χωρών απ’ όπου προέρχονται ή των περιβαλλόντων που τις δημιούργησαν. Στο πλαίσιο αυτό συμβάλλουν στην αναπαραγωγή των σχέσεων παραγωγής και εξουσίας συντηρώντας τις σχέσεις εκμετάλλευσης, είτε με την πολιτισμική διείσδυση και την προώθηση των νεοαποικιοκρατικών σχέσεων με τις αναπτυσσόμενες χώρες είτε με την δημιουργία μιας «εθελοντικής» αγοράς εργασίας, που ανάλογα το έργο και τις συνθήκες, μπορεί να είναι άλλοτε καλοπληρωμένη και άλλοτε κακοπληρωμένη ή απλήρωτη και ανασφάλιστη. υ κράτους και του δυτικού πολιτισμού, όπως και γιατί ένα περιβάλλον ανθρώπων, που είτε έχει σχέση με κέντρα λήψης αποφάσεων είτε προσπαθεί να διεισδύσει σε αυτά και να τα επηρεάσει, μεταβάλλοντας προς όφελος τους τις αποφάσεις, κινείται γύρω από τις ΜΚΟ, εξασφαλίζοντας δημόσιες σχέσεις, αναγνωρισιμότητα, πόρους και, τελικά, την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους.

Σε μια διαφορετική προοπτική η κοινωνία των πολιτών δεν ταυτίζεται με τις οργανώσεις και τα οργανωμένα συμφέροντα ιδιωτών, ακόμα και στο καπιταλιστικό πλαίσιο. Η παραδοχή αυτή υποχρεώνει σε επανεξέταση τις σχέσεις δορυφοροποίησης του συστήματος διακυβέρνησης, σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο, από τα οργανωμένα συμφέροντα των επαγγελματιών εθελοντών. Αν, στο πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου κράτους, εξακολουθήσει να θεωρείται αναγκαία η ύπαρξη και η συμμετοχή ΜΚΟ στην άσκηση διοίκησης, θα πρέπει σίγουρα να αναζητηθούν κανόνες διαφανούς λειτουργίας και ορθής διαχείρισης. Και οπωσδήποτε θα πρέπει να τεθούν νέα όρια και προς τις δύο κατευθύνσεις: οι ΜΚΟ επικουρούν και δεν υποκαθιστούν το κράτος και τις κρατικές υπηρεσίες. Δεν ασκούν εξουσία και διοίκηση. Λογοδοτούν και ελέγχονται από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς του κράτους για τις χρηματοδοτήσεις που λαμβάνουν και τη διαχείρισή τους.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η θέσπιση αυτών των ορίων, που δεν αντιβαίνουν τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς, ενώ λαμβάνουν υπόψη τους ότι η «απόσυρση» του κράτους από τη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, την παιδεία, την υγεία και την κοινωνική προστασία έχει πολλαπλασιάσει τις ακάλυπτες κοινωνικές ανάγκες, είναι περισσότερο αναγκαία στις συνθήκες της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης. Αυτό που εκτιμάται, ως πλέον σοβαρό, είναι ότι από την «κοινωνία των πολιτών» εξαιρούνται ή εξ ορισμού αποκλείονται οι κατηγορίες των ανέργων, των απόρων, των αστέγων και των άλλων αποστερημένων πληθυσμών, που, εξαιτίας της στέρησης, δεν μπορούν να αποτελούν οργανώσεις και ενώσεις δορυφορικές προς το πολιτικό σύστημα, αλλά οι αυξημένες ανάγκες τους πρέπει να καλύπτονται για να προλαμβάνονται οι κίνδυνοι κατά της ζωής τους.

*Η  Στέλλα Νιώτη είναι  Κοινωνιολόγος-Εγκληματολόγος

Via : www.globalview.gr