του Μπεν Ρέι*| Brave New Europe

Η Ισπανία επιστρέφει στις κάλπες στις 29 Νοεμβρίου. Η απόφαση του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ να προσφύγει εκ νέου στη λαϊκή ετυμηγορία συνδέεται άμεσα με το κοινωνικό κίνημα που έχει ξεσπάσει στην Ισπανία τις τελευταίες δέκα ημέρες για το δικαίωμα στη στέγη.

Η σπίθα άναψε με την έξωση της Μαρικάρμεν, μιας 87χρονης ενοικιάστριας, από το διαμέρισμά της στη Μαδρίτη, όπου ζούσε επί 71 χρόνια. Η αστυνομία χτύπησε ακτιβιστές που επιχειρούσαν να εμποδίσουν την έξωση, ενώ η Μαρικάρμεν απομακρύνθηκε με φορείο. Ένα κερδοσκοπικό fund, που είχε αγοράσει το ακίνητο, επιδίωκε να αυξήσει το ενοίκιο περισσότερο από 300%. Η αντίδραση ήταν άμεση: χιλιάδες ακτιβιστές, ανάμεσά τους και μέλη του συνδικάτου ενοικιαστών, κατέλαβαν την πλατεία Πουέρτα ντελ Σολ στη Μαδρίτη και έστησαν σκηνές. Το φιτίλι είχε ανάψει.

Υπό την πίεση του κινήματος, η ισπανική κυβέρνηση αντέδρασε γρήγορα, φέρνοντας προς ψήφιση δύο διατάγματα για τη στέγαση. Το πρώτο προέβλεπε, μεταξύ άλλων, αναστολή όλων των εξώσεων έως το 2030. Το δεύτερο ανταποκρινόταν σε συγκεκριμένα αιτήματα του συνδικάτου ενοικιαστών για συμβάσεις αορίστου χρόνου, προβλέποντας ότι οι ιδιοκτήτες θα όφειλαν να καταβάλουν αποζημίωση ίση με δώδεκα μηνιαία ενοίκια σε περίπτωση μονομερούς λύσης της σύμβασης και έξωσης του ενοικιαστή. Η κυβέρνηση δεν διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία και, για να περάσει οποιοδήποτε νομοθέτημα, εξαρτάται από τη στήριξη μιας σειράς αριστερών, αλλά και ορισμένων κεντροδεξιών κομμάτων.

Ο Σάντσεθ επέλεξε να χωρίσει τα μέτρα σε δύο διατάγματα, θεωρώντας δεδομένο ότι το δεύτερο θα καταψηφιζόταν από τους δεξιούς «συμμάχους» του, το καταλανικό αυτονομιστικό Junts per Catalunya και το Βασκικό Εθνικιστικό Κόμμα (PNV), αλλά ότι το πρώτο θα εγκρινόταν και οι εξώσεις θα σταματούσαν. Τελικά, το Junts αρνήθηκε να υπερψηφίσει οποιοδήποτε από τα δύο. Σύμφωνα με φήμες, το κόμμα του Κάρλες Πουτζδεμόν δεχόταν πιέσεις από καταλανικές τράπεζες και λόμπι της αγοράς ακινήτων. Η καταψήφιση των διαταγμάτων προκάλεσε κοινωνική έκρηξη. Την επόμενη ημέρα, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν στη Μαδρίτη και πολλές ακόμη χιλιάδες σε ολόκληρη την Ισπανία, ενώ πλατείες καταλήφθηκαν σε πολλές πόλεις της χώρας.

Γιατί, όμως, η κοινοβουλευτική ήττα της κυβέρνησης έγινε αφετηρία για την προκήρυξη γενικών εκλογών; Επειδή ο Σάντσεθ θα έπρεπε ούτως ή άλλως να οδηγήσει τη χώρα στις κάλπες το αργότερο έως τον Μάιο του 2027 και επειδή το ζήτημα της στέγασης αποτελεί πολύ πιο ευνοϊκό πεδίο για την Αριστερά από οποιοδήποτε άλλο θέμα θα μπορούσε να κυριαρχήσει στην προεκλογική εκστρατεία.

Πριν από την έξωση της Μαρικάρμεν, η πολιτική συζήτηση στην Ισπανία περιστρεφόταν γύρω από τη μεταναστευτική κρίση στη Θέουτα, μετά την είσοδο χιλιάδων ανθρώπων στον ισπανικό θύλακα της Βόρειας Αφρικής από το Μαρόκο στα τέλη Ιουλίου. Αν η κρίση στη Θέουτα καθόριζε την προεκλογική ατζέντα, οι προοπτικές του Σάντσεθ θα ήταν εξαιρετικά περιορισμένες: στη συζήτηση για τη μετανάστευση κυριαρχεί το ακροδεξιό Vox, το οποίο συμπαρασύρει προς τα δεξιά και το κεντροδεξιό Λαϊκό Κόμμα (PP).

Με τη στέγαση, όμως, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Εδώ η βασική διαχωριστική γραμμή δεν είναι ανάμεσα σε ντόπιους και μετανάστες ή σε χριστιανούς και μουσουλμάνους, αλλά ανάμεσα στον ενοικιαστή και τον ιδιοκτήτη, ανάμεσα στον νέο άνθρωπο που δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να φύγει από το πατρικό του και στο κερδοσκοπικό fund που επιδιώκει να εκδιώξει ενοικιαστές για να διαθέσει τα ακίνητα στην τουριστική αγορά.

Η στεγαστική κρίση έχει σαφή ταξική διάσταση: από τη μία βρίσκονται όσοι διαθέτουν πολλαπλά ακίνητα και μπορούν να αξιοποιούν την περιουσία τους για να αντλούν εισόδημα από ενοίκια. Από την άλλη, όσοι δεν διαθέτουν ακίνητη περιουσία και αναγκάζονται να πληρώνουν ολοένα και πιο δυσβάσταχτα ενοίκια ή στεγαστικά δάνεια. Σε αυτό το πεδίο, η προσπάθεια της Αριστεράς να σταματήσει τις εξώσεις μπορεί να βρει απήχηση πολύ πέρα από την παραδοσιακή εκλογική της βάση: μεγάλη πλειοψηφία ψηφοφόρων από όλα τα κόμματα, συμπεριλαμβανομένων του PP και του Vox, υποστηρίζει το κάλεσμα του συνδικάτου ενοικιαστών για γενική απεργία ενάντια στις εξώσεις.

Ιστορικά, το PSOE του Σάντσεθ έχει σταθεί περισσότερο στο πλευρό των ιδιοκτητών και των εισοδηματιών παρά των ενοικιαστών. Όταν ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχασαν τα σπίτια τους, το PSOE βρισκόταν στην κυβέρνηση: διέσωσε τις τράπεζες, διατηρώντας παράλληλα το θεσμικό πλαίσιο που επέτρεπε τις εξώσεις.

Το κίνημα κατά των εξώσεων PAH, που αναδύθηκε στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης, αντιτάχθηκε ανοιχτά στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση του Χοσέ Λουίς Ροδρίγκεθ Θαπατέρο διαχειρίστηκε την κρίση, μέχρι την ανάληψη της εξουσίας από το PP στα τέλη του 2011. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο αριθμός των ενοικιαστών στην Ισπανία αυξήθηκε, καθώς όλο και μεγαλύτερο τμήμα της εργατικής τάξης αποκλειόταν οικονομικά από την αγορά κατοικίας. Ακόμη όμως και όταν ο Σάντσεθ επανέφερε το PSOE στην εξουσία το 2018, η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης παρέμεινε χαμηλά στις κυβερνητικές προτεραιότητες.

Πράγματι, το επιχείρημα του PP και του Vox που φαίνεται να βρίσκει κάποια απήχηση είναι απλό: γιατί χρειάστηκαν οκτώ χρόνια διακυβέρνησης και η έξωση της Μαρικάρμεν για να λάβει επιτέλους η ισπανική κυβέρνηση ουσιαστικά μέτρα για τη στεγαστική κρίση;

Οι τιμές των κατοικιών και τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Σάντσεθ, ενώ οι μισθοί έχουν παραμείνει στάσιμοι. Η όξυνση της στεγαστικής κρίσης υπό την αριστερή κυβέρνηση συνασπισμού από το 2020 αναδεικνύει τα όρια της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής που εφαρμόστηκε: ενώ η κυβέρνηση υιοθέτησε τη ρητορική της κοινωνικής δικαιοσύνης και προχώρησε σε ορισμένες μεταρρυθμίσεις προς αυτή την κατεύθυνση, η ισπανική οικονομία εξακολούθησε να τροφοδοτεί την άνοδο των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, την τουριστικοποίηση και τη χαμηλά αμειβόμενη εργασία στον τομέα των υπηρεσιών.

Παρ’ όλα αυτά, ο Σάντσεθ έχει καταφέρει να παραμείνει στην εξουσία τόσο καιρό επειδή αποδείχθηκε ένας εξαιρετικά ευέλικτος πολιτικός, ικανός να αφουγκράζεται τις μεταβολές του κοινωνικού κλίματος. Ανταποκρινόμενος γρήγορα στα αιτήματα του στεγαστικού κινήματος, έχει τοποθετήσει το PSOE και την κυβέρνησή του στη θέση του υπερασπιστή των ενοικιαστών. Αντίθετα, το PP και το Vox αντιτάχθηκαν κατηγορηματικά στα στεγαστικά διατάγματα και εμφανίζονται έτσι ως πολιτικοί εκπρόσωποι των ιδιοκτητών και των οικονομικά ισχυρών στρωμάτων που κατέχουν ακίνητη περιουσία.

Η βασική απάντηση του PP στη στεγαστική κρίση είναι η κατασκευή περισσότερων κατοικιών – μια θέση που έχει υποστηρίξει, μεταξύ άλλων, και ο Τζεφ Μπέζος. Όποιος, όμως, θυμάται την οικοδομική έκρηξη στην Ισπανία πριν από το 2008 γνωρίζει ότι αυτό από μόνο του δεν συνιστά λύση: από το 1998 έως το 2008 κατασκευάστηκαν έξι εκατομμύρια κατοικίες, ενώ την ίδια περίοδο οι τιμές των ακινήτων διπλασιάστηκαν. Καθοριστικό ρόλο στις μεταβολές των τιμών των κατοικιών παίζει η επέκταση της στεγαστικής πίστης και όχι απλώς η σχέση προσφοράς και ζήτησης. Με άλλα λόγια, δύσκολα μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι περισσότερα σπίτια στα χέρια κερδοσκοπικών funds θα επιλύσουν τη στεγαστική κρίση.

Οι δημοσκοπήσεις, πάντως, δείχνουν ισχυρή εκλογική παρουσία του PP και του Vox ενόψει της 29ης Νοεμβρίου. Το βασικό πρόβλημα για τον Σάντσεθ είναι ότι τα κόμματα στα αριστερά του, τα οποία χρειάζεται για να συγκροτήσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, έχουν χάσει δυνάμεις σε σχέση με τις τελευταίες γενικές εκλογές του 2023, όταν PP και Vox είχαν βρεθεί οριακά κάτω από την πλειοψηφία.

Ο συνασπισμός Sumar, που συγκροτήθηκε γύρω από τη Γιολάντα Ντίαθ το 2023 και πήρε από το Podemos τα ηνία της εναλλακτικής Αριστεράς, έμοιαζε τότε με κάτι νέο και δυναμικό. Τρία χρόνια αργότερα, η εικόνα είναι πολύ διαφορετική. Με τον χώρο διαιρεμένο ανάμεσα σε ό,τι έχει απομείνει από το Sumar και σε ό,τι έχει απομείνει από το Podemos, δεν είναι σαφές αν η Αριστερά μπορεί να ενωθεί – και, ακόμη κι αν καταφέρει να συγκροτήσει ένα κοινό σχήμα, αν αυτό θα είναι κάτι περισσότερο από μια «ενότητα του νεκροταφείου».

Ήταν ένα μαζικό κοινωνικό κίνημα, οι «Αγανακτισμένοι» (Indignados), ή αλλιώς το «15-M», που έδωσε νέα πνοή στην ισπανική εναλλακτική Αριστερά. Μέσα από εκείνο το κίνημα αναδύθηκε το Podemos ως μια νέα, δυναμική και αντισυστημική δύναμη. Δεν κατάφερε, ωστόσο, ποτέ να εκτοπίσει το PSOE από τη θέση της κυρίαρχης δύναμης στον χώρο της ισπανικής Αριστεράς.

Τελικά, η εναλλακτική Αριστερά κατέληξε να στηρίζει το PSOE στην εξουσία, την ώρα που το ίδιο το PSOE υιοθετούσε ολοένα και περισσότερο τη γλώσσα της Αριστεράς. Στην ομιλία με την οποία ανακοίνωσε τις εκλογές, ο Σάντσεθ δήλωσε ότι χρειαζόταν οι ψηφοφόροι να του δώσουν πλειοψηφία, ώστε να μπορέσει να «χαλιναγωγήσει τις ελίτ». Καθώς η Ισπανία πολώθηκε σε ένα αριστερό και ένα δεξιό μπλοκ, ο Σάντσεθ αναδείχθηκε στην κυρίαρχη πολιτική φυσιογνωμία του πρώτου.

Ωστόσο, η εκλογική αριθμητική είναι αμείλικτη. Ο Σάντσεθ δεν μπορεί να κερδίσει μόνος του. Χρειάζεται η εναλλακτική Αριστερά να φτάσει τουλάχιστον κοντά στο 10% των ψήφων, ώστε να έχει σοβαρές πιθανότητες να σχηματίσει εκ νέου κυβέρνηση. Πριν από την έκρηξη του κινήματος για τη στέγαση, κάτι τέτοιο δεν φαινόταν πιθανό – και εξακολουθεί να μοιάζει δύσκολο. Αν, όμως, η Αριστερά καταφέρει να εκφράσει ένα μέρος της αντισυστημικής οργής που τροφοδοτεί το στεγαστικό κίνημα, τα δεδομένα θα μπορούσαν να μεταβληθούν.

Οι ακτιβιστές για τη στέγαση έχουν κάθε λόγο να αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη το ενδεχόμενο το κίνημά τους να διοχετευθεί σε εκλογικούς στόχους. Μπορεί, όμως, ταυτόχρονα να διακρίνουν και μια ευκαιρία: αν η Αριστερά πετύχει μια απροσδόκητη νίκη στις 29 Νοεμβρίου, θα είναι σαφές σε όλους ότι το στεγαστικό κίνημα έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Και η πολιτική ώθηση που θα μπορούσε να αντλήσει το κίνημα από μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν τεράστια.

Από την άλλη πλευρά, αν επικρατήσει η Δεξιά και ένα ακροδεξιό κόμμα συμμετάσχει στην κυβέρνηση για πρώτη φορά στη μεταφρανκική Ισπανία, θα υπάρξει απότομη στροφή προς πιο αυταρχικές πολιτικές. Ειδικά το Vox αναμένεται να επιδιώξει την προώθηση του οράματός του για ένα περισσότερο συγκεντρωτικό ισπανικό κράτος, περιορίζοντας τις βάσεις ισχύος των αυτονομιστικών και ανεξαρτησιακών δυνάμεων στην Καταλονία και τη Χώρα των Βάσκων.

Στόχος θα είναι η μεταφορά εξουσιών από τις αυτόνομες κοινότητες προς την κεντρική κυβέρνηση, ώστε η Ισπανία να μην ξαναζήσει μια ανεξαρτησιακή διαδικασία αντίστοιχη με εκείνη που εκδηλώθηκε στην Καταλονία σχεδόν πριν από μία δεκαετία. Οι προσπάθειες των κυβερνήσεων Σάντσεθ για τη διαμόρφωση μιας «πολυεθνικής» Ισπανίας θα επιχειρηθεί να ανατραπούν.

Οι παλιές διαιρέσεις που διατρέχουν την Ισπανία -η ταξική και η εθνική- είχαν ως έναν βαθμό περάσει σε δεύτερο πλάνο στα χρόνια της «προοδευτικής κυβέρνησης», χωρίς όμως ποτέ να εξαφανιστούν. Η ταξική διαίρεση επέστρεψε ορμητικά στο προσκήνιο με το κίνημα για τη στέγαση. Αν PP και Vox επικρατήσουν στις εκλογές, στο επίκεντρο αναμένεται να επιστρέψει και η εθνική διαίρεση.

*Ο Μπεν Ρέι είναι ανεξάρτητος δημοσιογράφος και ερευνητής από τη Σκωτία και ζει στη Χώρα των Βάσκων. Είναι συν-συγγραφέας του βιβλίου Scotland After Britain (Verso Books, 2022) και επιμελείται το newsletter Gig Economy Project στο Substack.

via: info-war.gr