Μικτή τεχνική Γιώργου Μικάλεφ

Οι φίλοι του τον φώναζαν Λόρδο Μπάιρον, τις Κυριακές δεν φορούσε κοστούμι γιατί οι φίλοι του δεν είχαν καλά ρούχα. Ο Τάσος Λειβαδίτης αποτύπωσε το περιεχόμενο της ποίησης, με απλότητα και διαχρονικότητα μέσα από την ίδια την ποίηση, δηλαδή, την ελευθέρια, την αντίσταση, τον ερώτα και τον θάνατο.

Κείμενο: Νάντια Ρούμπου

Γεννήθηκε σαν σήμερα το 1922, βράδυ της Αναστάσεως εξού και το δεύτερο του όνομα Αναστάσιος, στη γειτονιά του Μεταξουργείου όπου διέμεινε σε όλη του την ζωή. Παντρεύτηκε, έζησε και έγραψε στο Μεταξουργείο, ως το τέλος εκεί- στην οδό Λεωνίδου, σε ένα μικρό, χαμηλό σπίτι.

«Τα σπίτια στην πατρίδα μου είναι χαμηλα, οι στέγες τους στάζουν, τα παιδιά δουλεύουν στα μηχανουργεία και τα κορίτσια μένουν ανύπαντρα, σε ένα τέτοιο σπίτι γεννηθήκαμε, σε ένα τέτοιο σπίτι μεγαλώσαμε, αγαπήσαμε, ονειρευτήκαμε, σε ένα τέτοιο σπίτι οχυρωθήκαμε και πολεμήσαμε, αυτή είναι η ιστορία μου», έγραφε στο Στίχοι Γραμμένοι σε Πακέτα Τσιγάρα.

Ο πατέρας του έμπορος υφασμάτων, οικονομικά ευκατάστατος που όμως πτώχευσε αργότερα, λόγω του πολέμου, και πέθανε το 1943 στην Κατοχή. Στην μητέρα του οφείλει εν μέρει το ελεύθερο πνεύμα του, όπως περιγράφει ο Βασίλης Ζηλάκος και ο Γιώργος Χρονάς, «ήταν μία πουλάδα. Καλή γυναίκα αλλά παθητική άφηνε τα παιδιά της να κάνουν ότι θέλουν».

Ήταν ο μικρότερος από τα 5 παιδιά της οικογένειας. Κάποτε φορούσε παλιά σκισμένα παπούτσια, όταν τον ρώτησαν οι φίλοι του γιατί το έκανε αυτό, απάντησε για να νιώσει όπως νιώθουν αυτοί που δεν έχουν χρήματα να αγοράσουν καινούργια. Η οικογένεια του δεν ήταν αριστερή, αλλά το περιβάλλον της συνοικίας που ζούσε φαίνεται να τον επηρέασε. Φοίτησε στη Νομική Σχολή Αθηνών, την οποία δεν τελείωσε ποτέ καθώς οργανώνεται στην ΕΠΟΝ και παίρνει μέρος στην αντίσταση όπως έκαναν και τα αδέλφια του Αλέκος και Χρυσαφένια.

Το 1945 γνωρίζεται με την Μαρία Στούπα, έμενε έναν δρόμο παρακάτω από το σπίτι του, και λίγο αργότερα παντρεύονται. Είχε χάσει και η ίδια στην Κατοχή τον πατέρα της και ο ποιητής συνήθιζε να της λέει «πότε θα βγάλεις τα μαύρα να παντρευτούμε;». Αγαπήθηκαν πολύ έως το τέλος, εκείνη του στάθηκε στήριγμα στα σκληρά χρόνια της εξορίας, φροντίζοντας την μητέρα του, στις συνεχείς απογοητεύσεις, στις δυσκολίες. Εκείνος την έκανε ηρωίδα στο «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας» και της το αφιέρωσε.

«Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή. Ήξερες να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη και δεν κράταγες για τον εαυτό σου παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί. Tο παιδί μας, Mαρία, θα πρέπει να μοιάζει με όλους τους ανθρώπους, που δικαιώνουν τη ζωή.»
Από το 1948 έως το 1952 γνωρίζει διώξεις και εξορίες για την ένταξη του στο ΕΑΜ στο Μούδρο, την Μακρόνησο τον Άι Στράτη κι από εκεί στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα. Η δεύτερη και η τρίτη συλλογή του είναι ένας καθρέφτης του δράματος της πραγματικότητας που έζησε εκείνα τα χρόνια αλλά και της αξίας της συντροφικότητας μέσα σε όλο αυτό.
«Εμείς πάντα το ξέραμε πως δεν χωράει μέσα στους τέσσερις τοίχους το μεγάλο μας όνειρο.
Γιατί δική μας πατρίδα είναι όλοι οι δρόμοι που στα πλάγια τους κοιμούνται.
Οι σκοτωμένοι του αγώνα μας.»

Γράφει το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου», και παίρνει Παγκόσμιο Βραβείο Ποίησης στο Φεστιβάλ Νεολαίας  Βαρσοβίας, όπως ήταν αναμενόμενο το περιεχόμενο του ενοχλεί την μετεμφυλιακή δεξιά καθώς το κατηγορεί για «κήρυγμα ανατρεπτικό». To βιβλίο κατασχέθηκε και ο ποιητής φυλακίστηκε. Αναδύεται ένα παγκόσμιο κύμα υπεράσπισης του και ο ίδιος συντάσσει επιστολή προς την Παγκόσμιο Ομοσπονδία Δημοκρατικής Νεολαίας. «Σας απευθύνω αυτό το γράμμα νιώθοντας βαθιά συγκινημένος που κάνω έκκληση σε μία οργάνωση γεμάτη ανθρωπισμό και αγάπη για την λευτεριά, τον πολιτισμό και την ειρήνη για να καταγγείλω τον αυθαίρετο, ταυτόχρονα απαράδεκτο διωγμό των ελληνικών αρχών απέναντι μου που οφείλεται στο ποιητικό μου έργο», αναφέρει, μεταξύ άλλων, στην επιστολή του. Τελικά το δικαστήριο (Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, 10 Φεβρουαρίου 1955) τον απάλλαξε από τις κατηγορίες.

 

 

Λίγο μετά από αυτό, ο Λειβαδίτης περνάει σε μία άλλη περίοδο στην γραφή του, σύμφωνα με πληθώρα λογοτεχνών, με διαφορετικό περιεχόμενο και λυρισμό στα ποιήματα του. Τα ποιήματα εκείνης της περιόδου αγαπήθηκαν και εκτιμήθηκαν εξίσου από το κοινό, εξάλλου ο ποιητής πήρε δύο φορές το κρατικό βραβείο.

Γράφει στην εφημερίδα «Η Αυγή», συμβάλλει στην ίδρυση του περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης, μετέχει στη συντακτική ομάδα και δημοσιεύει βιβλιοκρισίες, μελέτες και άρθρα. Όταν έκλεισε η εφημερίδα, εξαιτίας της δικτατορίας, διασκευάζει για βιοποριστικούς λόγους σε περιλήψεις έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και υπογράφει με το ψευδώνυμο Α.Ρόκκος, δημοσιεύονται στο περιοδικό «Φαντάζιο».

Αντιμετωπίζει έντονα προβλήματα υγείας, το 1988 εισάγεται στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο. Μετά από δύο εγχειρήσεις για ανεύρισμα κοιλιακής αορτής, στις οποίες υποβλήθηκε δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν τον θάνατο του. «Πρόλογος στην αιωνιότητα, κάποτε θα ξανάρθω.»

«Θα τον ανακαλύπτουμε συνέχεια, σκύβοντας πάνω από το έργο του», γράφει ο Νικηφόρος Βρεττάκος. Εξάλλου, από πολλούς έχει χαρακτηριστεί ως «Ο ποιητής του Μέλλοντος μας», οι στίχοι που κομίζουν μήνυμα διαχρονικό στην τέχνη βρίσκονται σε κάθε γενιά.

Via : www.thepressproject.gr