Photo: rishibando/Flickr

Photo: rishibando/Flickr

του Niko Ago

Δεν ξέρω αν υπάρχεις, φίλε, αλλά δηλώνω ευθαρσώς ότι σε ζηλεύω. Σε ζηλεύω που τα έβαλες με τον πειρασμό και δεν έκανες προφίλ στο facebook. Ξέρω, ξέρω. Θα μου πεις πως αυτό μπορεί να σου έχει κοστίσει σε κοινωνική δικτύωση, σε πιθανή αναγνωσιμότητα, σε άμεση ενημέρωση ή ακόμα και σε πιθανότητες να βρεις μια γκόμενα παραπάνω. Γιατί όχι, να βρεις τον άνθρωπο της ζωής σου ακόμα, αν ψάχνεις. Δεκτό. Έχει συμβεί σε πάρα πολλούς. Και πώς να μη συμβεί, όταν το chat του facebook αντικατέστησε την καφετέρια, το σινεμά, το θέατρο, το βιβλιοπωλείο, τις κοινωνικές συναναστροφές, το τρέξιμο στο γήπεδο ή στο δάσος (όπου υπάρχει), τα ταξίδια, τις συναυλίες, τα πάρτι, τις ντίσκο. Ακόμα και τις κηδείες. «Πέθανε ο πατέρας μου», γράφεις. Like ο άλλος – μπορείς να το πάρεις και ως συλλυπητήρια. Ακόμα και τα πιο μακρινά και άπιαστα ταξίδια, εκεί που θα συναντούσες τον έρωτα της ζωής σου, το facebook τα πραγματοποιεί με ένα like, ένα share. Και διάφορα emoticons, για το απαραίτητο φλερτ. Ποτάμι τα like στα γενέθλια και τα ηλεκτρονικά λουλούδια. Ποιο τηλέφωνο, ποια ευχετήρια κάρτα, ποια γλυκά, ποια δώρα. Αλλά κι εδώ, μη νομίζεις, οι ίδιοι θα σου ευχηθούν ή συλλυπηθούν, με αυτούς που έχεις έξω. Οι χιλιάδες άλλοι είναι για τη ματαιοδοξία σου. Ακόμη λιγότεροι είναι αυτοί που θα χαρούν με τις χαρές σου. Όπως και έξω, δηλαδή. Έχω, δε, πειστεί πως, αν μια μέρα γράψω σε στάτους ότι πέθανα, θα πάρω τα like της χρονιάς. Αυτό, εσύ, δεν μπορείς να το απολαύσεις, το ομολογώ. Έχει και κάμερα, να μιλάς σε πραγματικό χρόνο σε όποιο σημείο του πλανήτη θες. Τα έχει προβλέψει όλα. Μέχρι και η μάνα μου ζήλεψε, και δεν θα είναι η μόνη, που με είδε τις προάλλες στο χωριό με ένα smartphone. «Το δικό μου, ούτε facebook έχει, ούτε τίποτα», είπε με παράπονο. «Δεν πειράζει, παιδί μου, όμως, να έχετε εσείς και εγώ ευχαριστημένη είμαι». Την πέταξε τη σπόντα της, όπως κατάλαβες. Like και share, βρε μάνα.

Και παρ’ όλο που σου αράδιασα τόσα και θα μπορούσα άλλα περισσότερα, επιμένω να σε ζηλεύω. Διότι, άγνωστέ μου φίλε, αν είχες facebook, θα πιστεύεις πως αυτό που διαβάζεις στις ενημερώσεις σου, είναι η κοινωνία. Θα ξεχνούσες, όπως κάνω εγώ καμιά φορά, πως οι «φίλοι» σου -και όταν είσαι ελάχιστα γνωστός, οι «φίλοι» είναι χιλιάδες- με λίγες εξαιρέσεις, είναι εκείνοι που συνήθως συμφωνούν μαζί σου. Και ως εκ τούτου, την κοινωνία που σου φέρνουν στο time line (μη σε τρομάζει αυτό, έτσι λέμε τη ροή των ενημερώσεων), υπάρχει σφοδρή πιθανότητα να είναι μονόχρωμη. Ναι, είναι κοινωνία του «σωλήνα». Στο facebook, επίσης, όλοι είμαστε ειδικοί. Δημοσιογράφοι, πολιτικοί, οικονομολόγοι, διπλωμάτες, αρχιτέκτονες, δικαστές, δάσκαλοι, γιατροί – ακόμα και μετανάστες, καμιά φορά. Σπάνια αυτό, αλλά συμβαίνει. Θα μου πεις κι εσύ τα συναντάς αυτά. Συμφωνώ. Ο κόσμος δεν ξεκίνησε ταυτόχρονα με την έμπνευση του Zuckerberg, αλλά στο «χωριό» μας γίνεται το σώσε. Διότι εσύ μιλάς με τον άλλον και τον βλέπεις, ενώ εμείς μπορούμε να «βαφτιστούμε» όπως θέλουμε και να υπερασπιστούμε τη γνώμη μας, μέχρις τελευταίας ρανίδας. Να, χθες μου έλεγε κάποιος -με απόλυτη σιγουριά- πως οι παλιννοστούντες είναι μετανάστες. Ξένοι, δηλαδή Πακιστανοί. Γιατί γελάς, σοβαρά σου μιλάω. Και είναι και απίστευτο, στην κυριολεξία, εργαλείο. Τις προάλλες, έκανα την παρουσίαση του βιβλίου μου στο Μάλμε της Σουηδίας, και «δήλωσαν» ότι θα παρευρεθούν άνθρωποι από τα πιο απίθανα σημεία του κόσμου. Μπράβο, λέω, καλά ξεκινάμε. Στη αίθουσα όμως διαπίστωσα πως το like και το share κοστίζουν λιγότερο από ένα αεροπορικό εισιτήριο από το Οντάριο ή τη Θεσσαλονίκη. Το έχω κάνει κι εγώ αυτό. Και like, και share, και ίσως ό,τι θες. Δεν κοστίζουν τίποτα.

Γι’ αυτά, άγνωστέ μου, μάλλον σχεδόν, ανύπαρκτε φίλε, επειδή όλα αυτά τα βαρέθηκα, θεωρώ πως είσαι τυχερός που δεν έχεις facebook. Σε ζηλεύω, μπαγάσα, και δεν ντρέπομαι που το λέω.

Via : www.protagon.gr