Απεβίωσε ο «φτωχός και μόνος κάου-μπόυ», που την εποχή της επικράτησης του πολιτικού τραγουδιού στη χώρα μας πρότεινε την επανασύνδεση με τον Αττίκ και τον Κώστα Γιαννίδη, αλλά και την αμερικανική τζαζ, country και σουίνγκ μουσική

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΟΣΚΟΪΤΗΣ

Τι σπάνιος και μοναδικός καρπός στο υπεραιωνόβιο δέντρο του ελληνικού τραγουδιού ήταν ο Λουκιανός Κηλαηδόνης! Πραγματικά, ένας «φτωχός και μόνος κάου-μπόυ», που την εποχή της επικράτησης του πολιτικού τραγουδιού στη χώρα μας πρότεινε την επανασύνδεση με τον Αττίκ και τον Κώστα Γιαννίδη, αλλά και την αμερικανική τζαζ, country και σουίνγκ μουσική.

Τη δική του επανάσταση, βέβαια, μεσούσης της χούντας, την είχε κάνει ο Κηλαηδόνης με τον τρίτο μόλις προσωπικό του δίσκο, τα θρυλικά «Μικροαστικά» του 1973, από κοινού με τον Γιάννη Νεγρεπόντη. Στο βιβλίο του «Φλέρυ Νταντωνάκη – Εγώ είμαι ένα σύννεφο» (εκδόσεις Ηλέκτρα, 2005), ο Γιάννης Bach Σπυρόπουλος αποδίδει στην εντέλεια το κλίμα των ημερών της ηχογράφησης του δίσκου, αλλά και των παραστάσεων με το Ελεύθερο Θέατρο: «Λίγο αργότερα ο Λουκιανός ηχογραφεί στα παλιά στούντιο της Κολούμπια στον Περισσό, μ’ εμένα τούμπα και τον Τσεκούρα ακορντεόν, τα «Μικροαστικά», κι όσους άλλους αναφέρονται στο εσώφυλλο αυτού του από παντού μαστορεμένου έξοχα δίσκου, κόκκινο βινύλιο αν θυμάμαι καλά, χωρίς κανένα κρεσέντο, σε στυλ «εδώ τα παράξενα». Ο Λουκιανός με τη δική του φωνή και με έναν ήχο σαν τη Xanandu, την κολώνια που φόραγε, με Γκολουάζ και Campari Rosso με πολύ πάγο και σόδα πάντα, ακόμα και κάτω από το καρακαήλι στο Ελεύθερο Θέατρο, κάνοντας πρόβες, πάντοτε κάποιος έφερνε σόδα και πάγο…» Μα, πώς μπορείς να κάνεις ένα αφιέρωμα στον Κηλαηδόνη χωρίς να ξεκινήσεις από τα «Μικροαστικά» του; Υπάρχει κι εδώ άλλωστε το άκρως κατατοπιστικό άρθρο του Φώντα Τρούσα γι’ αυτό το αγαπημένο άλμπουμ της ελληνικής δισκογραφίας.

Φυσικά, όμως, δεν ήταν μόνο αυτή η πλέον αξιόλογη φάση της πορείας του Κηλαηδόνη. Κατά προσωπική εκτίμηση, μαζί με τον Δήμο Μούτση ήταν οι δύο Έλληνες συνθέτες-τραγουδοποιοί που φανέρωσαν μέσα στα χρόνια τις διαφορετικές −από υφολογικής άποψης− πτυχές του μεγάλου ταλέντου τους.

Την καλλιτεχνική αποδοχή ο Κηλαηδόνης τη γεύτηκε για τα καλά στη ζωή του. Αποδοχή δεν είναι για κάθε καλλιτέχνη να στήνει μια παράσταση με φίλους σε πλαζ και να ‘ρχονται 100.000 άνθρωποι σαν σε προσκύνημα;

Έτσι, ενώ το δισκογραφικό ξεκίνημα του Κηλαηδόνη γίνεται το 1970 με τον κύκλο τραγουδιών «Η πόλη μας» σε στίχους Κωστούλας Μητροπούλου, για τις φωνές της Βίκυς Μοσχολιού και του Μανώλη Μητσιά (ας θυμηθούμε το «Όσο αγαπιόμαστε τα δυο» με τον Μητσιά), ενώ και η επόμενη δουλειά του κυκλοφορεί σε στίχους του Νίκου Γκάτσου, με το ερμηνευτικό σούπερ δίδυμο της εποχής, Δήμητρα Γαλάνη – Μανώλης Μητσιάς («Η κόκκινη κλωστή, 1972), παραδίδει αμέσως μετά τα πολιτικοποιημένα και αλληγορικά «Μικροαστικά» (1973) και τα «Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας» (1975, πάλι σε στίχους του Νεγρεπόντη), γράφει μουσική για τη σημαντικότερη ελληνική ταινία όλων των εποχών, τον «Θίασο» (1975) του Θόδωρου Αγγελόπουλου, για να δώσει το στίγμα του με ένα πολύ ιδιαίτερο άλμπουμ, το «Media Luz» (1976), και, φυσικά, το «Είμαι ένας φτωχός και μόνος κάου-μπόυ», στα τέλη του 1978. Περάσματα εν ολίγοις από το αμιγώς λαϊκό τραγούδι, το πολιτικό −δοσμένο ποιητικά− τραγούδι, τη μουσική για κινηματογράφο και την τζαζ μουσική.

Η μουσική για το Ελεύθερο Θέατρο επί μία δεκαετία είναι ένα άλλο, ξεχωριστό κεφάλαιο στην εργογραφία του συνθέτη. Ζήτησα από τη σεναριογράφο και θεατρική συγγραφέα Μάρω Μπουρδάκου να γράψει ένα κείμενο για τον Κηλαηδόνη της επιθεώρησης, το οποίο και παραθέτω αυτούσιο, εμβόλιμο σε τούτο το αφιέρωμα. Την ευχαριστώ!

Άλσος Παγκρατίου, Ελέυθερο Θέατρο, "Κι εσύ χτενίζεσαι" 1973

Άλσος Παγκρατίου, Ελέυθερο Θέατρο, «Κι εσύ χτενίζεσαι» 1973

1973… Άλσος Παγκρατίου, εκεί, μέσα στα δέντρα, ήταν ένα θεατράκι που τώρα ρημάζει. Εκεί, κάτι νύχτες με φεγγάρι, αγιόκλημα και γιασεμιά στριμωχνόμαστε για να δούμε ένα νέο είδος επιθεώρησης, που και μόνο ο τίτλος της μας ξένιζε: «Και συ χτενίζεσαι». Δεν ήταν επιθεώρηση. Ήταν μετεπιθεώρηση. Διαφορετική από τα μέχρι τότε δεδομένα αυτού του θεατρικού είδους. Χωρίς μποά, φτερά και πούπουλα, το σκηνικό αφαιρετικό, χωρίς πασαρέλα, μόνο οι ηθοποιοί πάνω στη σκηνή, μπροστά σε ένα μικρόφωνο, σε κείμενα δικά τους, ομαδική δουλειά σε όλα, λόγια σταράτα χωρίς χυδαιολογία και βρισιές, θεατρικές επισημάνσεις βασισμένες στον κοινωνικό ιστό της εποχής και μια μουσική δροσερή, που μύριζε μια καλά κρυμμένη και καταπιεσμένη επανάσταση, που προσπαθούσε να απωθήσει από τα στεγανά τη διαμαρτυρία και να τη βγάλει παραέξω θεατράλε με στίχο και μουσική, που προσπαθούσε να μετουσιώσει το θέαμα σε πανηγύρι. Έναρξη που σατίριζε και ίσως-ίσως ακύρωνε τη μέχρι τότε καθιερωμένη επιθεώρηση και όλος ο θίασος να αυτοαναιρείται… «… Ένα, δύο, τρία στήθος, ένα δύο τρία μπούτι… όλα ωραία και καλά κι εμείς απόψε τραλαλά στο Άλσος να δροσίζεσαι, εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσύ χτενίζεσαι…» Αρζόγλου, Παναγιωτοπούλου, Φασουλής, Χρυσομάλλης, Μαλτέζου, Λύρας, Σαμπάνης, Σκυλοδήμος, Μεντή. Ακολούθησαν άλλες εννιά. Σε διαφορετικά θέατρα. Ηθοποιοί μόνιμοι και προσθήκη νέων. Αλλά πάντα με μουσική του Λουκιανού. «Είμαι η Μαίρη Παναγιωταρά, μια εργαζόμενη μητέρα, μια καλή νοικοκυρά, δεν είμαι τίποτα το σπέσιαλ το καταπληκτικό, είμαι ένα ζώο δηλαδή κανονικό…» τραγουδούσε στη σκηνή του θεάτρου «Σμαρούλα» της οδού Ευελπίδων η ηθοποιός Λόυσκα Αβαγιανού το καλοκαίρι του 1981 στην επιθεώρηση «Της Ελλάδας το κάγκελο». «… Οι Πασοκάνθρωποι δεν είναι αγριάνθρωποι, είναι θα λέγαμε κάτι σαν ούφο, ούφο με πράσινο σκούφο…» εξηγούσε ο Μίμης Χρυσομάλλης στο κατά πλειονότητα πασοκικό κοινό τον χειμώνα του 1982 στο θέατρο Βέμπο, στην επιθεώρηση «Αλλαγή κι απάνω τούρλα». Μουσική ο Λουκιανός.

Έντεκα χρόνια, 10 επιθεωρήσεις:

«Και συ χτενίζεσαι» (Ελεύθερο Θέατρο – Άλσος Παγκρατίου – Καλοκαίρι 1973)

«Το τραμ το τελευταίο» (Ελεύθερο Θέατρο – Άλσος Παγκρατίου – Καλοκαίρι 1976)

«Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε» (Ελεύθερο Θέατρο – Θέατρο Άννα Μαρία Καλουτά – Καλοκαίρι 1977)

«Συνέβη στην Κατίνα»(Ελεύθερο Θέατρο – Άλσος Παγκρατίου – Καλοκαίρι 1978)

«Αναντάμ Παπαντάμ» (Ελεύθερη Σκηνή – Άλσος Παγκρατίου – Καλοκαίρι 1980)

«Της Ελλάδας το κάγκελο»(Ελεύθερη Σκηνή – Θέατρο Σμαρούλα – Καλοκαίρι 1981)

«Γιατί χαίρεται ο κόσμος;» (Ελεύθερη Σκηνή – Θέατρο Βέμπο – Χειμώνας 1981-’82)

«Αλλαγή κι απάνω τούρλα» (Ελεύθερη Σκηνή – Θέατρο Βέμπο – Χειμώνας 1982)

«Ραντεβού με την υστερία» (Ελεύθερη Σκηνή – Θέατρο Μινώα – Χειμώνας 1982-’83)

«Ψεκάστε, ψηφίστε, τελειώσατε» (Ελεύθερη Σκηνή – Θέατρο Αλίκη – Καλοκαίρι 1984) − με τη μία και μοναδική εμφάνιση σε επιθεώρηση του Αλέκου Αλεξανδράκη

Ήταν τότε, το 1976, στην επιθεώρηση «Το τραμ το τελευταίο» στο άλσος Παγκρατίου που ο Λουκιανός έψαχνε τον Γιώργο Θαλάσση, τον «Μικρό Ήρωα» των παιδικών του χρόνων, εκεί, στην Κυψέλη, όπου γεννήθηκε. Έχω την αίσθηση πως πάντα τον έψαχνε. Ο Λουκιανός της ώριμης νιότης μας, ο Λουκιανός που μας έκανε να φτιάξουμε αναμνήσεις με εκείνο το πάρτι του ’83 στην πλαζ της Βουλιαγμένης, που όσοι το ζήσαμε θα το θυμόμαστε μέχρι να πεθάνουμε, ο Λουκιανός που μάντεψε πριν από 39 χρόνια πως «… φεύγουν τα καλύτερά μας χρόνια, κάποιος μας τα κλέβει μυστικά».

Ανασύρω τώρα επίσης τα λόγια του Θόδωρου Αγγελόπουλου για τον συνθέτη του οριακού «Θιάσου» του, όπως τα κατέγραψα στη συνομιλία μας από τον Φεβρουάριο του 2009: «Αν και ήμουν λάτρης της μουσικής του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, με είχαν εντυπωσιάσει τα «Μικροαστικά», περισσότερο μουσικά και λιγότερο στιχουργικά. Είχαν κάποια ηλεκτρικά στοιχεία χωρίς να είναι ροκ, που, ομολογουμένως, δεν με ενδιέφερε καθόλου. Ήταν μάλλον ο μοναδικός συνθέτης εκείνη την περίοδο ο Λουκιανός που έγραφε σε σουίνγκ και foxtrot ύφος. Ό,τι ακριβώς ήθελα! Αυτό που κατάφερε στη μουσική για τον «Θίασο» ήταν να ενώσει την αθωότητα των βαλς και των «ελαφρών» τραγουδιών με το δικό μου όραμα για μια αναδρομή, ουσιαστικά, στην πολυτάραχη πολιτική ιστορία της Ελλάδας…».

Αυτή η «πολυτάραχη πολιτική ιστορία της Ελλάδας» αποδείχτηκε κοινή συνισταμένη των δύο αντρών τελικά! Δεν είναι τυχαίο που ο Κηλαηδόνης στο άλμπουμ του «Είμαι ένας φτωχός και μόνος κάου-μπόυ» έδωσε στη Μοσχολιού να πει με τη δωρική λαϊκή φωνή της το «Τ’ αντρειωμένου τ’ άρματα» σε παραδοσιακούς στίχους: «Τ’ αντρειωμένου τ’ άρματα δεν πρέπει να πουλιώνται/ μόν’ πρέπει τους στην εκκλησιά/ κι εκεί να λειτουργιώνται». Σωστή επιλογή τα δημοτικά δίστιχα για ένα τραγούδι πολιτικών νύξεων εν έτει 1978, αν υποτεθεί πως από το ’73 με τα «Μικροαστικά» το δίδυμο Κηλαηδόνης – Νεγρεπόντης είχαν αντιμετωπίσει προβλήματα με τη χουντική λογοκρισία. «Έτσι που ‘ρθαν τα πράγματα κακά κι ανάποδά μας, επαναστάτη βγάλαμε στην οικογένειά μας»έλεγαν οι αρχικοί στίχοι στο τραγούδι «Ντροπή τέτοιο παιδί», υπήρξε πρόβλημα όμως με τη λέξη «επαναστάτης», εφόσον «επανάσταση» υποτίθεται ότι είχε κάνει η χούντα. Κι έτσι, ο επίμαχος στίχος άλλαξε ως εξής: «έναν αντάρτη βγάλαμε στην οικογένειά μας» − ακόμη χειρότερα δηλαδή, μα ποιος έβγαζε άκρη με την επιτροπή λογοκρισίας εκείνων των χρόνων; Τα προβλήματα όμως του Κηλαηδόνη με την πολιτική εξουσία δεν περιορίστηκαν στην περίοδο της δικτατορίας. Απείρου κάλλους ήταν και οι υποτιμητικές αναφορές του πρωθυπουργού Γ. Ράλλη προς το πρόσωπο του «Κελαηδόνη», όπως τον αποκάλεσε, εις τριπλούν κιόλας, το 1980 από το βήμα της Βουλής σε μια συζήτηση για την παιδεία. Μεταξύ άλλων, ο Ράλλης είχε δηλώσει πως «το πανεπιστήμιο έχει καταντήσει άσυλο για το συνέδριο του ΚΚΕ, για τις φυσικές ανάγκες μερικών και για τον Κελαηδόνη»! Είναι πραγματικά να γελάς τόσα χρόνια μετά!

Ας μην παρακάμψουμε το γεγονός πως ο Κηλαηδόνης είχε ακόμη και το δικό του στυλ εμφάνισης, το οποίο διατήρησε μια ζωή ολόκληρη. Όπως είναι οι φαβορίτες σήμα κατατεθέν του Σταμάτη Κόκοτα μέχρι σήμερα, έτσι ήταν γι’ αυτόν τα μακριά μαλλιά του, μαύρα στην αρχή, ψαρά-γκρίζα στη συνέχεια, λευκά προς το τέλος. Ένας μαλλιάς, ένας όψιμος χίπης από τα 25 έως τα 70τόσο, με μια ασταμάτητη μεν, αυτοκαταστροφική δε, έφεση στο τσιγάρο και στο ποτό. Διότι οι περιπέτειες με την υγεία του δεν ξεκίνησαν τα τελευταία χρόνια που μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία. Προ 20ετίας, σε ηλικία δηλαδή λίγο πάνω από τα 50, ο Κηλαηδόνης είχε υποβληθεί σε εγχείρηση καρδιάς bypass. Χρόνια μετά ξανάκανε χειρουργείο, το ίδιο σοβαρό, για την αφαίρεση όγκου από τα πνευμόνια του. Και από τις δύο αυτές μάχες είχε βγει νικητής, αλλά… Ο πρώτος ή ο τελευταίος καλλιτέχνης ήταν που δεν έπαιρνε προφυλάξεις για την υγεία του και δεν έκανε το χατίρι των γιατρών και των οικείων του; Ποιος μπορεί να κατηγορήσει κάθε ελεύθερο άνθρωπο και δη καλλιτέχνη, πνεύμα ατίθασο, για τις επιλογές του; Και τι να «διασώσεις», στην τελική, όταν η καρδιά και οι πνεύμονες, τα δύο πιο ζωτικά όργανα, αρνούνται να συνεργαστούν με έναν ήδη καταπονημένο οργανισμό; Οι καταχρήσεις, άλλωστε, δεν κρύβουν την καλοπέραση, μάλλον την υπερευαισθησία. Και ο Κηλαηδόνης αγαπούσε ιδιαίτερα τους υπερευαίσθητους της γης αυτής! Ας θυμηθούμε το «Δελτίον ταυτότητος» του νεαρού «αναρχοκομμουνιστή» με το κατηγορητήριο της «χρήσης-κατοχής ναρκωτικών» και της «ενόπλου επιθέσεως», καθώς και το πορτρέτο του «Φτωχού και μόνου κάου-μπόυ», που «όλοι του οι φίλοι παντρευτήκανε, γίνανε ρεζίλι, γι’ αυτό κρυφτήκανε. Πιάσαν μια δουλίτσα κι όλοι τους κρατάν κλειδιά, απόκτησαν κοιλίτσα κι από ‘να δυο παιδιά». Δύο παιδιά επιφύλαξε και η μοίρα στον Κηλαηδόνη, όμως, όταν ασπάστηκε κι αυτός τη συζυγική ζωή: τις δυο του κόρες, την ηθοποιό Γιασεμή και την τραγουδίστρια Μαρία, καρπούς του γάμου του με την ηθοποιό και πολιτικό Άννα Βαγενά.

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης με τη σύζυγό του Άννα Βαγενά

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης με τη σύζυγό του Άννα Βαγενά

Την καλλιτεχνική αποδοχή ο Κηλαηδόνης τη γεύτηκε για τα καλά στη ζωή του. Αποδοχή δεν είναι για κάθε καλλιτέχνη να στήνει μια παράσταση με φίλους σε πλαζ και να ‘ρχονται 100.000 άνθρωποι σαν σε προσκύνημα; Αναφέρομαι στο περιβόητο πάρτι στη Βουλιαγμένη το 1983, που έγινε δίσκος την ίδια χρονιά και που κινηματογραφήθηκε από ένα εκλεκτό επιτελείο κινηματογραφιστών. Κάπου μέσα στο ντοκιμαντέρ αυτό εμφανίζεται και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος να συνομιλεί μαζί του. Και ποιοι δεν είχαν συμμετάσχει στο εν λόγω event, ανταποκρινόμενοι στην πρόσκλησή του − ο Διονύσης Σαββόπουλος πρώτος απ’ όλους! Δεν θα ξεχάσω τα λόγια ενός μουσικού, όταν μου είπε κάποτε πως στο πάρτι στη Βουλιαγμένη του Κηλαηδόνη ο Νιόνιος έδειξε τα πρώτα σημάδια της ελληνορθόδοξης στροφής του, κάτι που προσωπικά αδυνατώ να κατανοήσω, μα που το παραθέτω για ιστορικούς και μόνο λόγους. Ο Βαγγέλης Γερμανός, επίσης, ο Γιώργος Νταλάρας, η Αφροδίτη Μάνου, η Μαντώ, ακόμα κι η Νέλλη Σεμιτέκολο στο πιάνο. Και, βέβαια, η Μαργαρίτα Ζορμπαλά, με την οποία ο Κηλαηδόνης έναν χρόνο πριν είχε κάνει ολόκληρο άλμπουμ σε μια προσπάθεια αναβίωσης του αγαπημένου και των δυο «ελαφρού» ελληνικού τραγουδιού («Πάμε σαν άλλοτε», 1982).

Εμπνευσμένος ως μουσικός, ο Κηλαηδόνης ασχολήθηκε με την ενορχήστρωση και σε δουλειές άλλων συναδέλφων του. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο κύκλος «Τα λαϊκά» του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Ελευθερίου, στην επίσημη δισκογράφησή τους το 1974, με τον Μανώλη Μητσιά και β’ φωνή την Τάνια Τσανακλίδου. Κι εγώ τώρα φέρνω στη μνήμη μου εκείνη τη μεγάλη συναυλία στον Λυκαβηττό για τα 85α γενέθλια του Μίκη Θεοδωράκη. Μπροστά μου κάθονταν ο Λουκιανός με τον Νιόνιο, και παρατήρησα σε μια φάση τον δεύτερο να χαϊδεύει στοργικά την πλάτη του πρώτου. Απίστευτα γλυκιά εικόνα, ένα κλικ του ματιού μέσα στο πλήθος που ‘χε συρρεύσει για να ευχηθεί στον μεγαλύτερο εν ζωή Έλληνα μουσικοσυνθέτη. Μάλιστα, είχα γράψει τότε για την παρουσία του Κηλαηδόνη ως review από τη συναυλία: «Ο Κηλαηδόνης, χιουμορίστας όπως πάντα, λίγο πριν ερμηνεύσει το «Παλικάρι» από το «Αρχιπέλαγος», ντουέτο με τον Δημοσθένους, είπε το αμίμητο: «Στην πρώτη εκτέλεση το τραγουδούσε ο Γρηγόρης μαζί με τον Μίκη. Απόψε, λοιπόν, εγώ θα ‘μαι ο Μπιθικώτσης και ο Δώρος ο Θεοδωράκης!».

Εν αντιθέσει με τον Θεοδωράκη, με τον Μάνο Χατζιδάκι δεν πρέπει να τα πήγαινε και πολύ καλά ο Κηλαηδόνης. Αυτό δηλαδή μαρτυρά το σημείωμα του Χατζιδάκι στο ένθετο της δισκογραφικής έκδοσης «30 Νυχτερινά», όπου για πρώτη φορά ο συνθέτης απευθύνεται σε συνάδελφό του κατονομάζοντάς τον, σε ύφος μάλιστα που τσακίζει κόκαλα: «Εδώ, να με συγχωρέσει ο» φίλος» Κηλαηδόνης που δεν ακολούθησα τις συμβουλές του να πάψω ν’ απασχολώ τις εταιρείες με τους δίσκους μου. Γιατί έτσι με συμβούλεψε σε μια συνέντευξή του. (Νόμισε ο συμπαθέστατος κατά τα άλλα βάρδος της Βουλιαγμένης πως πραγματοποιούμε παρόμοια εργασία). Και δεν κατάλαβε ο «φίλος» πως οι εταιρείες επιζητούν την ταλαιπωρία μαζί μου και όχι εγώ, παρόλο που οι δίσκοι μου δεν πωλούν. Αλλά και ποιος είπε πως οι δίσκοι πρέπει να πωλούνται. Οι δίσκοι ανακαλύπτονται, αγαπητέ Κηλαηδόνη, κι ύστερα πωλούνται…». Αυτή η κόντρα ήταν μία μάλλον άγνωστη στους πολλούς ιστορία που στενοχωρούσε για χρόνια τον Λουκιανό Κηλαηδόνη και έκτοτε δεν παρέλειπε να δηλώνει την εκτίμησή του προς το πρόσωπο του συνθέτη Μάνου Χατζιδάκι.

Πληροφορίες είχαμε και για την έκδοση τραγουδιών του για τη φωνή της Φλέρυς Νταντωνάκη από το 1970 ήδη. Δημοσίευμα της Νατάσσας Μπ. σε εφημερίδα από τον Μάιο του ’70 αναφέρει πως η άγνωστη ακόμα στην Ελλάδα Φλέρυ έχει γράψει σε μικρό δίσκο δύο τραγούδια των Σταύρου Ξαρχάκου – Λουκιανού Κηλαηδόνη. Αναφορές για άλλη μια δισκογραφική συνεργασία του Κηλαηδόνη με την Νταντωνάκη βρίσκουμε και σε δημοσιεύματα του 1973 – δυστυχώς, σήμερα, χωρίς καμία ηχογράφηση στα χέρια μας, κατανοούμε τη φύση των δημοσιεύσεων που εξαντλήθηκαν στη φημολογία.

Τον Κηλαηδόνη, άλλωστε, τον ερμήνευσαν οι μεγαλύτεροι Έλληνες τραγουδιστές, όπως η Δήμητρα Γαλάνη, ο Μανώλης Μητσιάς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Νάνα Μούσχουρη και, βέβαια, η Βίκυ Μοσχολιού, με την οποία, πέραν της συνεργασίας τους στον δίσκο από το θεατρικό «Η πόλη μας» της Μητροπούλου, έκανε ακόμα μία δουλειά, το «Τραμ το τελευταίο και άλλα αρχοντορεμπέτικα» (1980), σε ενορχηστρώσεις και διεύθυνση ορχήστρας του Λουκιανού.

Εμπνευσμένος ως μουσικός, ο Κηλαηδόνης ασχολήθηκε με την ενορχήστρωση και σε δουλειές άλλων συναδέλφων του. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο κύκλος «Τα λαϊκά» του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Ελευθερίου, στην επίσημη δισκογράφησή τους το 1974, με τον Μανώλη Μητσιά και β' φωνή την Τάνια Τσανακλίδου.

Εμπνευσμένος ως μουσικός, ο Κηλαηδόνης ασχολήθηκε με την ενορχήστρωση και σε δουλειές άλλων συναδέλφων του. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο κύκλος «Τα λαϊκά» του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Ελευθερίου, στην επίσημη δισκογράφησή τους το 1974, με τον Μανώλη Μητσιά και β’ φωνή την Τάνια Τσανακλίδου.

Ο επίλογος στη συνθέτρια Λένα Πλάτωνος, με μια όμορφη μαρτυρία: «Το 1970, μαζί με την Ντόρα Μπακοπούλου και τον ηθοποιό Βασίλη Διαμαντόπουλο πήγαμε κι είδαμε το θεατρικό έργο «Η πόλη μας». Καταλήξαμε σε ταβέρνα με τον νεαρό συνθέτη της παράστασης, τον Λουκιανό. Μαζί μας ήταν και μία νέα ηθοποιός, η Βαγενά. Στους μεγάλους τους έρωτες τότε, θυμάμαι πόσο θετική εντύπωση μου είχε προξενήσει το πάθος των φιλιών τους. Μιλάμε για δύο νέα και όμορφα παιδιά − παιδιά ήμασταν τότε όλοι μας. Μερικά χρόνια μετά, λίγο πριν βγάλει το «Είμαι ένας φτωχός και μόνος καόυ-μπόυ», συναντηθήκαμε σε ένα σπίτι που δεν θυμάμαι αν ήταν δικό του ή του βιολιστή Βαλεντή. Μαζί ήταν και η πιανίστρια Μαλκίτα Χάγουελ, που δουλεύαμε στο Τρίτο Πρόγραμμα. Η εικόνα που δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι με τον Λουκιανό να κάθεται μπροστά από μια τζαμαρία. Έξω, όλο φυτά και πράσινο, κι αυτός μέσα, μπροστά από ένα πιάνο, να μας παίζει και να τραγουδάει αμερικανικά μπλουζ με έναν τόσο ελληνικό απερίγραπτο τρόπο!»

Ένα μπλουζ, λοιπόν, στη μνήμη του Λουκιανού Κηλαηδόνη, του συνθέτη που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 73 ετών. Και λίγοι στίχοι δικοί του, γραμμένοι το 1978, τόσο αισιόδοξοι και τόσο παρηγορητικοί για μια ολόκληρη χώρα που τον αποχαιρετά με οδύνη:

Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει κι η Ευρώπη ακόμη απορεί

πώς με δόξες και πλούτη, αλλά δίχως εμάς ούτε στιγμή δεν μπορεί…

Via : www.lifo.gr