FOSPHOTOS / Angeliki Panagiotou

FOSPHOTOS / Angeliki Panagiotou

Αν νομίζετε ότι σε όλες τις επιχειρήσεις υπάρχουν βαθιά τα αποτυπώματα της οικονομικής κρίσης και της ύφεσης κάνετε λάθος. Υπάρχουν επιχειρήσεις που τα πάνε μια χαρά, οι τράπεζες για παράδειγμα.

Γράφει ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος

Πρόσφατα, οι τέσσερις «συστημικές» τράπεζες ανακοίνωσαν τα κέρδη του πρώτου εξαμήνου 2013. Πρωταθλήτρια η Πειραιώς με 3,5 δισ., ακολουθεί η Alpha με 2,7 δισ., η Εθνική με 344 εκ. και η Eurobank με 44 εκ. Καθόλου άσχημα, δηλαδή, όταν οι πελάτες των τραπεζών, επιχειρήσεις και ιδιώτες, τα φέρνουν δύσκολα, αφού η ύφεση συνεχίζεται ακάθεκτη διαλύοντας μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, η ανεργία καλπάζει πλέον με 30%, που μεταφράζεται σε 1,5 εκατομμύριο ανέργους, οι περισσότεροι πελάτες των τραπεζών για στεγαστικά και καταναλωτικά προϊόντα, καθώς το 35,35% των υπερχρεωμένων δανειοληπτών είναι άνεργοι. Αλλά και όσοι έχουν δουλειά δεν τα πάνε καλύτερα έναντι των υποχρεώσεών τους στις τράπεζες, αφού το διαθέσιμο εισόδημα των μισθωτών του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μειώθηκε, προ φόρων, κατά 40%.

Για τους παραπάνω λόγους είναι εύλογη και αναμενόμενη η λογιστική εικόνα των τραπεζών, αλλά όχι βεβαίως και η κερδοφορία τους. Με τα στοιχεία του Αυγούστου, το χαρτοφυλάκιο των τραπεζών μειώθηκε στα 222 δισ., ενώ τα κόκκινα δάνεια αυξήθηκαν σε 69 δισ. και όλα δείχνουν ότι στο τέλος του έτους θα φθάσουν τα 75 δισ., χωρίς να υπολογίζονται οι κρυμμένες καθυστερήσεις που πολλοί τις υπολογίζουν σε επιπλέον 12 δισ.

Αν στα παραπάνω, δηλαδή στην οικονομική κρίση και την κοινωνική εξαθλίωση, προσθέσουμε και την κρίση ρευστότητας, δηλαδή το γεγονός ότι οι τράπεζες έχουν κλείσει τις στρόφιγγες στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας, αφού μεταξύ άλλων μειώνεται και η ρευστότητα που παρέχεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τότε η ευημερία των τραπεζών που εκφράζεται με τη μεγάλη κερδοφορία τους γίνεται ακόμα περισσότερο δυσεξήγητη. Η απάντηση είναι σχετικά απλή. Τράπεζες και τραπεζίτες ευημερούν χάρη στην αμέριστη συμπαράσταση του κράτους, με τη συνδρομή δηλαδή των μνημονιακών κυβερνήσεων και της τρόικας.

Ας το αναλύσουμε: Το ελληνικό κράτος διέσωσε τις τράπεζες χορηγώντας τους δια μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) 78 δισ. Άλλα 28 δισ. είχαν δοθεί απευθείας το 2008. Με λίγα λόγια η διάσωση των τραπεζών ανέβασε το δημόσιο χρέος κατά 106 δισ., δηλαδή το 1/3 του χρέους (302 δισ. ευρώ).

«Δυσεξήγητο» βέβαια παραμένει το πώς είναι δυνατόν να παραμένουν ιδιωτικές τράπεζες στις οποίες, μετά την ανακεφαλαιοποίησή τους, το ποσοστό συμμετοχής του ΤΧΣ είναι από 81-93% του μετοχικού τους κεφαλαίου. Οι Σάλας, Κωστόπουλος, Τουρκολιάς, του περιβάλλοντος Σαμαρά ο τελευταίος, διατηρούν το μάνατζμεντ των τραπεζών «τους» με τις ευλογίες του ΤΧΣ και της κυβέρνησης, και έχουν βάσιμες ελπίδες ότι θα διατηρήσουν και την ιδιοκτησία των τραπεζών που διευθύνουν με την επαναγορά των μετοχών που κατέχει το Ταμείο σε βάθος πενταετίας, δια μέσω του μηχανισμού των warrants και του χρηματιστηριακού τζόγου που αυτός συνεπάγεται. Κάποιοι άλλοι τραπεζίτες, όπως ο Λάτσης και ο Ρέστης, την έκαναν με πλάγια πηδηματάκια χωρίς να καλύψουν ούτε ένα μέρος των ζημιών των τραπεζών τους χάρη στη διακριτική μεταχείριση που τους επεφύλαξαν τόσο η ελληνική κυβέρνηση όσο και η Τράπεζα της Ελλάδος, με προεξάρχοντα τον διοικητή της κ. Προβόπουλο, ο οποίος στο παρελθόν είχε διατελέσει κορυφαίο στέλεχος τόσο της Πειραιώς όσο και της Alpha, και του οποίου η «αμεροληψία» ελέγχεται από τη δικαιοσύνη για αγοροπωλησίες ελληνικών ομολόγων λίγο πριν το 1ο μνημόνιο, αλλά και για τη μεταβίβαση των μετοχών της Proton. Τελευταία, τραπεζικά σάιτ γράφουν για επιστροφή του Λάτση στην ελληνική τραπεζική αγορά με διείσδυσή του στο μετοχικό κεφάλαιο της Εθνικής, δια μέσω του μηχανισμού των warrants.

Όλα τα παραπάνω εξηγούν αρκετά το ιδιοκτησιακό καθεστώς των τραπεζών, όπως και τη διάσωση των ιδιωτικών τραπεζών με αντίτιμο την αύξηση του δημόσιου χρέους. Δεν εξηγούν όμως την ανθηρή κερδοφορία τους. Χρειάζεται να επιστρατευθούν δύο ακόμα εξισώσεις: οι συγχωνεύσεις και η μείωση του εργατικού κόστους.

Το μνημονιακό τοπίο των τραπεζών έχει αλλάξει άρδην, το ίδιο και οι συσχετισμοί των κυρίαρχων τραπεζικών ομίλων, όπως τουλάχιστον είχαν διαμορφωθεί μετά τις συγχωνεύσεις και τις εξαγορές της δεκαετίας του ’90 και των κυβερνήσεων Σημίτη. Η άλλοτε κραταιά Εθνική είναι πλέον στην 2η θέση της κατάταξης, ενώ πρώτη έχει ανέβει η Πειραιώς με 1.280 καταστήματα, έναντι 733 της Εθνικής, και ανάλογα μερίδια στην αγορά των καταθέσεων και των δανείων. Η ολιγοπωλιακή διάρθρωση του τραπεζικού συστήματος έχει συντελεστεί σε ελάχιστο διάστημα, με μια σειρά χαριστικών πράξεων και εκβιαστικών συγχωνεύσεων και εξαγορών. Συγκεκριμένα, η Τράπεζα Πειραιώς εξαγόρασε την Αγροτική, τη Millennium, τη Γενική και τα καταστήματα των κυπριακών καταστημάτων στην Ελλάδα, μετά τον εξαναγκασμό σε bail in της Κύπρου από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό διάσωσης. Η Alpha Bank εξαγόρασε την Εμπορική, η Eurobank την Proton και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ενώ η Εθνική (τελευταία και καταϊδρωμένη στο μοίρασμα των ιματίων) τις ελάχιστες First Business Bank και Probank.

Η τεχνική των συγχωνεύσεων και των εξαγορών ήταν να αναλαμβάνει το δημόσιο τις επισφάλειες και να αποδίδεται καθαρή η τράπεζα στον αγοραστή έναντι συμβολικού αντιτίμου. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ήταν η μεταβίβαση των κυπριακών τραπεζών στην Πειραιώς, με απευθείας ενίσχυση από το ΤΧΣ ύψους 1,6 δισ., έναντι του ευτελούς ανταλλάγματος των 550 εκατ. Το ίδιο προκλητική ήταν η μεταβίβαση της Αγροτικής και του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις εντοπίζεται ίσως το μεγαλύτερο σκάνδαλο απ’ όλα. Η ελληνική οικονομία έμεινε χωρίς τράπεζες ειδικού σκοπού, χωρίς μηχανισμούς δηλαδή που να μπορούν να προσφέρουν ρευστότητα στην πραγματική οικονομία, χωρίς στοχευμένη χρηματοδότηση της αγροτικής οικονομίας, χωρίς επενδυτικές τράπεζες και ταμιευτήρια για τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Αν, όμως, ο ένας λόγος για την ευημερία των τραπεζών είναι η γιγάντωση των τραπεζικών ομίλων και η ολιγοπωλιακή διάρθρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ο άλλος είναι η δραστική συμπίεση του εργατικού κόστους

Οι τραπεζοϋπάλληλοι έχουν υποστεί δραστικές μειώσεις στους μισθούς, στα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματά τους, άλλοι «συναινετικά», με την υπογραφή κλαδικών και επιχειρησιακών συμβάσεων, και άλλοι αυθαίρετα, με εργοδοτική βία. Συναινετικά τρόπος του λέγειν – στην πραγματικότητα με το πιστόλι στον κρόταφο, αφού οι μνημονιακές κυβερνήσεις είχαν φροντίσει να απογυμνώσουν το εργατικό δίκαιο από την προστασία της μισθωτής εργασίας διά μέσω της κατάργησης της «μετενέργειας» των συλλογικών συμβάσεων. Τα χειρότερα ακολουθούν, ο κίνδυνος μαζικών απολύσεων δεν είναι ένα ακόμα μελλοντικό σενάριο, αλλά διακηρυγμένος στόχος και δέσμευση στον μηχανισμό ανακεφαλοποίησης. Δημοσιογραφικές πηγές μιλούν για άμεση απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων σε επιχειρήσεις όπου εργάζονται περισσότεροι από 150 εργαζόμενοι, φωτογραφίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο κυρίως τις τράπεζες. Οι ίδιες οι τράπεζες μιλάνε για μείωση προσωπικού της τάξης του 25%, περίπου 12-15.000 κόσμο∙ αυτή τη στιγμή παίζει το σύστημα των «εθελούσιων» εξόδων για όσους έχουν κοντινές ημερομηνίες αποχώρησης – αύριο;

Η περίπτωση των τραπεζών είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση που δικαιώνει όσους ισχυρίζονται ότι η κρίση χρέους είναι μια ευκαιρία για τον καπιταλισμό να φέρει σε πέρας μια γιγαντιαία επιχείρηση αναδιανομής εισοδημάτων και δικαιωμάτων σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων, και ότι οι συσχετισμοί δύναμης διατηρούνται στα χέρια του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, το οποίο θα κάνει ό,τι μπορεί για να διατηρήσει τα κεκτημένα μιας δεκαπενταετίας συνεχούς επέκτασης της χρηματοπιστωτικής σφαίρας, κεκτημένα που δεν αφήνουν αδιάφορο το πολιτικό σύστημα, εγχώριο και διεθνές – αντιθέτως. Για το τελευταίο θα επανέλθουμε, με αναφορά στις τελευταίες εξελίξεις για τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και τον «έλεγχο» των τραπεζών.

Via : www.thepressproject.gr