imagesCAAQWCSS

του Γιώργου Ιωαννίδη

Η κυπριακή αντίφαση

Η ανάπτυξη της κυπριακής οικονομίας κατά τα τελευταία 20 χρόνια στηρίχθηκε σε τρεις βασικούς πυλώνες: στον τουρισμό (περίπου 20% του ΑΕΠ), στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (20% του ΑΕΠ) και στη ναυτιλία (15% του ΑΕΠ). Αυτοί οι τρεις κλάδοι αποδίδουν περίπου το μισό από το ΑΕΠ της μεγαλονήσου, ενώ το σύνολο των υπηρεσιών παράγουν το 80% του ΑΕΠ. Η βιομηχανία προσφέρει επιπλέον 16% και η αγροτική παραγωγή ένα ασθενικό 2,4%. Σήμερα, η Κύπρος αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα διεθνή χρηματοπιστωτικά κέντρα και διαθέτει το ένατο μεγαλύτερο νηολόγιο στον κόσμο και το τρίτο μεγαλύτερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση (πάνω από 2.700 πλοία, από 43 διαφορετικές χώρες, συνολικής χωρητικότητας άνω των 25,5 εκ. τόνων). Το νομικό της σύστημα ακολουθεί την παράδοση του βρετανικού Δικαίου κάτι που ευνοεί την ανάπτυξη των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών λόγω της εξοικείωσης των διεθνών επενδυτών με αυτό το δίκαιο. Μια σειρά μεταρρυθμίσεων από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 κατάργησε τους περισσότερους περιορισμούς σε ό,τι αφορά τις ξένες άμεσες επενδύσεις και μείωσε τον φορολογικό συντελεστή των επιχειρήσεων στο 10%, τον χαμηλότερο στην ευρωζώνη. Είναι προφανές ότι οι παραπάνω τομείς ανάπτυξης αλληλοσυσχέτιζονται και αλληλοϋποστηρίζονται στενά.

Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς τη λογική που υπαγόρευσε αυτή την στρατηγική οικονομικής ανάπτυξης, που ακολουθήθηκε με συνέπεια από διαδοχικές κυπριακές κυβερνήσεις (αριστερές και δεξιές). Ένα μικρό νησί, με 800 χιλιάδες κατοίκους, χωρίς πλουτοπαραγωγικούς πόρους (το φυσικό αέριο δεν είχε ακόμα ανακαλυφτεί) εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να αναδειχτεί σε βιομηχανική δύναμη. Αντίστοιχα η αποκλειστική εξάρτηση από τον τουρισμό καθιστούσε την κυπριακή οικονομία ιδιαίτερα ευάλωτη σε πρόσκαιρες αυξομειώσεις της τουριστικής κίνησης (κάτι που η Κύπρος βίωσε έντονα τη δεκαετία του ΄90). Υπό αυτή την έννοια «η ενίσχυση των υπηρεσιών», όπως συνηθίζουν να λένε οι Κύπριοι, δηλαδή η ενίσχυση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και η μετατροπή του νησιού σε ιδιότυπο φορολογικό παράδεισο –έδρα περισσότερων από 45.000 off-shore εταιριών– αποτέλεσε όχι μόνο συνειδητή αλλά και δικαιολογημένη επιλογή, τουλάχιστον στα μάτια των Κυπρίων.

Μέσω αυτής της πολιτικής η Κύπρος όχι μόνο κατάφερνε να διασφαλίσει ένα από τα υψηλότερα κατά κεφαλήν εισοδήματα της Μεσογείου (το 12ο υψηλότερο στην Ε.Ε. και το 26ο στον κόσμο βάσει της σχετικής κατάταξης της Παγκόσμιας Τράπεζας), αλλά επίσης να διατηρεί στραμμένα πάνω της τα βλέμματα της διεθνούς κοινότητας. Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια, δεδομένου ότι το 1/3 του νησιού βρίσκεται υπό κατοχή από την όγδοη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη. Ακριβώς αυτή η ιδιαιτερότητα καθόρισε την κυπριακή αντίφαση ανάμεσα στο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης και τις γεωστρατηγικές, άρα πολιτικές, προτεραιότητες.

Από τη μία πλευρά, εάν θέλεις να λειτουργείς ως διεθνές χρηματοπιστωτικό κέντρο, εάν θέλεις να αποτελείς φορολογικό παράδεισο, η συμμετοχή σε μια νομισματική ζώνη όπου άλλοι κάνουν κουμάντο ίσως δεν είναι η καλύτερη δυνατή επιλογή. Σε αυτές τις καταστάσεις το να διαθέτεις δικό σου νόμισμα έχει τα πλεονεκτήματά του υπό την προϋπόθεση ότι ακολουθείς μια λελογισμένη πολιτική σκληρού νομίσματος προκειμένου να ελέγξεις τον πληθωρισμό.

Από την άλλη πλευρά, η μόνιμη στρατιωτική απειλή από μία υπερδύναμη σε αναγκάζει να αναζητήσεις συμμάχους, να ενταχθείς σε ευρύτερες οικογένειες. Η απειλή της Τουρκίας είναι διαρκής και οι κυπριακές ηγεσίες αντιλήφθηκαν εγκαίρως ότι δεν μπορούν να την αντιμετωπίσουν στρατιωτικά και αναζήτησαν την ασφάλεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συμμετοχή της Κύπρου στην ευρωζώνη, δηλαδή στον σκληρό πυρήνα της Ε.Ε., επιβλήθηκε πρωτίστως από γεωστρατηγικούς λόγους.

Παραδόξως, στο άμεσο παρελθόν η Κύπρος είχε την ευκαιρία να λύσει το παράδοξο. Το σχέδιο Ανάν ήταν μια πραγματική ευκαιρία να λυθεί μια για πάντα το γεωστρατηγικό πρόβλημα δεδομένου ότι η ενδεχόμενη επιτυχής εφαρμογή του θα εξαφάνιζε μια για πάντα την τουρκική απειλή. Οι Κύπριοι αποφάσισαν διαφορετικά.

Η πρόταση για το «κούρεμα» των καταθέσεων

Σε κάθε περίπτωση, η πρόταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για κούρεμα των καταθέσεων στις κυπριακές τράπεζες προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η κυπριακή συμμετοχή στο πρόγραμμα «διάσωσης» αποτελεί μια αυτοκτονική επιλογή για την Κύπρο, για τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου και, εν τέλει, για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι δεν προστατεύονται οι μικροκαταθέτες. Σε τελική ανάλυση η πρόταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου προκαλεί απώλεια εισοδήματος που ισοδυναμεί με τόκους 2-3 ετών. Για την συντριπτική πλειονότητα των Κυπρίων αυτή η απώλεια είναι πολύ μικρότερη από την αντίστοιχη στην οποία υποβλήθηκαν οι έλληνες μισθωτοί και συνταξιούχοι λόγω των περικοπών μισθών και συντάξεων. Άλλωστε οι μικροκαταθέτες θα μπορούσαν να προστατευτούν εάν εξαιρούνταν του κουρέματος ένα ορισμένο ποσό. Στην πραγματικότητα όμως, η πρόταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου θα είχε τα ίδια προβλήματα ακόμα και ένα εξαιρούνταν καταθέσεις 20, 30, 100 ή 500 χιλιάδων ευρώ.

Για την Κύπρο, το κούρεμα των καταθέσεων ισοδυναμεί με δήλωση αδυναμίας να εγγυηθεί τον ρόλο της ως διεθνή τραπεζίτη. Εν τέλει, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η τραπεζική πίστη είναι σε τελική ανάλυση κυριολεκτική πίστη/βεβαιότητα ότι θα τηρηθούν οι κανόνες του συμβολαίου. Θα έβαζε κανείς τα λεφτά του στις τράπεζες της Ελβετίας εάν θεωρούσε ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί η κυβέρνηση να τα επιτάξει; Ο υπερτροφικός τραπεζικός τομέας της Κύπρου, που σύμφωνα με κάποιους αποτελεί την αιτία του προβλήματος, είναι για τους Κύπριους η αιτία που τρώνε ψωμί, ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που τους επιτρέπει να ζουν όπως ζουν, δηλαδή καλά. Για τους Κύπριους ο υπερτροφικός τραπεζικός τομέας αποτελεί τόσο πρόβλημα όσο αποτελεί για τους Γερμανούς ο υπερτροφικός βιομηχανικός τομέας και για τους Έλληνες ο υπερτροφικός κατασκευαστικός και τουριστικός, για να μην αναφερθούμε στο ρόλο του υπερτροφικού City για την βρετανική οικονομία. Δημιουργούν προβλήματα, αλλά μέσω αυτών ζουν. Συνεπώς, το κούρεμα των καταθέσεων ακυρώνει εν μία νυκτί μια αναπτυξιακή στρατηγική 20 ετών, γύρω από την οποία έχει δομηθεί το σύνολο της κυπριακής οικονομίας. Η στιγμιαία από-μεγέθυνση του κυπριακού τραπεζικού τομέα δεν θα μπορούσε παρά να έχει τις ίδιες συνέπειες που έχει κάθε οικονομική πολιτική «σοκ»: αρνητικές. Την επόμενη ημέρα η Κύπρος θα έπρεπε να βρει κάτι άλλο να κάνει.

Για τον ευρωπαϊκό Νότο τα προβλήματα είναι εξίσου σημαντικά. Τίποτα δεν εγγυάται ότι το κούρεμα των καταθέσεων δεν θα επαναληφθεί σε ένα χρόνο π.χ. στην Ελλάδα όταν αυτή θα συζητά τη χρηματοδότηση της αναγκαίας επέκτασης του χρόνου δημοσιονομικής προσαρμογής. Δηλώσεις όπως «έγινε μία φορά και τελείωσε» αξίζουν όσο οι δηλώσεις ότι «το ελληνικό χρέος δεν θα κουρευτεί», «το ελληνικό χρέος δεν θα ξανακουρευτεί», «δεν θα υπάρξουν άλλες περικοπές» κ.ο.κ. για να μην θυμηθούμε τις δηλώσεις Αλογοσκούφη «το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και η οικονομία συνολικότερα είναι θωρακισμένη από την κρίση».

Συνολικά, η πιθανότητα κουρέματος των καταθέσεων δημιουργεί ένα διαρκή μηχανισμό μεταφοράς κεφαλαίων από τα αδύναμα τραπεζικά συστήματα της περιφέρειας στα ισχυρά του κέντρου. Το σύστημα δουλεύει ως εξής: οι γερμανικές τράπεζες συγκεντρώνουν κεφάλαια, άρα ενισχύονται περαιτέρω, άρα μπορούν να δώσουν δάνεια με χαμηλότερα επιτόκια, άρα οι γερμανικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν μικρότερο κόστος δανεισμού, άρα ενισχύουν ακόμα περισσότερο την ήδη ενισχυμένη ανταγωνιστικότητα τους έναντι των επιχειρήσεων της υπόλοιπης Ευρώπης, οι οποίες θα συνεχίσουν να πιέζουν για χαμηλότερους μισθούς κ.ο.κ. Δηλαδή, η αποδυνάμωση των τραπεζικών συστημάτων των χωρών του Νότου διευρύνει το έλλειμμα ανταγωνιστικότητάς και τις ενδοευρωπαϊκές ανισότητες. Το χειρότερο είναι ότι για την ενεργοποίηση αυτού του μηχανισμού αρκούν απλά φήμες, από κάποιον καλοθελητή. Η δήλωση ενός «συμβούλου» κάποιου καγκελάριου είναι αρκετή για να πυροδοτηθεί ένα –όχι και τόσο αθώο– κύμα πανικού.

Ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστεί ουσιαστικά θα ήταν ένας διευρυμένος ευρωπαϊκός προϋπολογισμός ο οποίος θα ανακατένειμε πόρους εις όφελος των αδυνάτων. Όμως, αυτά σε μια Ευρώπη που για πρώτη φορά στην ιστορία της συζητά να μειώσει τον προϋπολογισμό της ακούγονται ως ιστορίες για αγρίους.

Οι πολιτικές συνέπειες του «όχι» για την Ελλάδα

Στα καθ’ ημάς, είναι προφανές ότι η απόρριψη του «σχεδίου διάσωσης» από την κυπριακή βουλή γεννά αυτόματα μια έντονη συζήτηση που, με αφορμή την κατάσταση στην Κύπρο, αφορά τις επιλογές των ελληνικών κυβερνήσεων κατά τις διαπραγματεύσεις με την Τρόικα. Θα μπορούσε άραγε να πετύχουμε περισσότερα από αυτά που πετύχαμε; Μια περισσότερο «αδιάλλακτη» στάση –όπως καλή ώρα αυτή των Κυπρίων– μήπως θα οδηγούσε σε καλύτερα αποτελέσματα, σε ένα άλλο Μνημόνιο; Μήπως το Μνημόνιο θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εντελώς;

Τα ερωτήματα αυτά είναι και πολιτικά δόκιμα και αναμενόμενα. Για την ακρίβεια, θα ήταν παράδοξο να μην τεθούν με την ταχύτητα με την οποία τέθηκαν. Θα ήταν καλό πάντως να μην βιαστούμε να απαντήσουμε με βεβαιότητα, διότι ακόμη δεν γνωρίζουμε πως θα εξελιχθεί η κατάσταση στην Κύπρο, ποιο είναι το «σχέδιο Β», ποιες θα είναι οι συνέπειές του κ.ο.κ. Σε κάθε περίπτωση, έχουμε κάθε λόγο να ελπίζουμε ότι το ρίσκο που ανέλαβε σύσσωμη η κυπριακή βουλή θα βγει σε καλό στην Κύπρο και στους Κύπριους. Κατ’ αρχήν, διότι σε μια οικονομική κατάρρευση εκείνοι που την πληρώνουν περισσότερο είναι οι πιο αδύνατοι (οι Κύπριοι δεν είναι όλοι εφοπλιστές). Δευτερευόντως, διότι η ενδεχόμενη κατάρρευση της Κύπρου θα είχε σημαντικές αρνητικές συνέπειες για την ελληνική οικονομία, λόγω των στενών οικονομικών σχέσεων των δύο κρατών. Άρα οι ευχές όλων μας είναι με τους Κύπριους.

Δεν μπορούμε όμως να παρακάμψουμε την εξής αντίφαση. Εάν τελικά η Κύπρος δικαιωθεί, τότε η ελληνική κυβέρνηση –που επίσης έχει ταχθεί υπέρ της Κύπρου ό,τι και αν αποφασίσει– θα βρεθεί σε δύσκολη θέση. Η αίσια κατάληξη του κυπριακού «όχι» εκ των πραγμάτων θα επερωτήσει τα επαναλαμβανόμενα ελληνικά «ναι».

Υπάρχουν βέβαια ορισμένα στοιχεία τα οποία αξίζουν να επισημανθούν. Κατά πρώτο λόγο, τα «απόλυτα μεγέθη μετράνε». Δηλαδή, δεν είναι το ίδιο να ψάχνεις 17 δις ευρώ με το να ψάχνεις 140. Κατά δεύτερο λόγο, η Κύπρος ακριβώς λόγω των χαρακτηριστικών της οικονομίας της ενδεχομένως να μπορεί να υπάρξει ευκολότερα εκτός ευρωζώνης απ’ ότι η Ελλάδα. Εάν είσαι και διεθνές χρηματοπιστωτικό κέντρο, και διεθνές ναυτιλιακό κέντρο, και διεθνής τουριστικός προορισμός, έχεις και φυσικό αέριο, και μόλις 800 χιλιάδες στόματα να θρέψεις∙ δεν συνιστά ανυπέρβλητο πρόβλημα το ότι μπορείς να εξάγεις μόνο χαλούμι και κυπριακή πατάτα. Εν συντομία, εάν η Κύπρος αντιμετωπίσει το άμεσο και πιεστικό πρόβλημα της χρεοκοπίας έχει την πολυτέλεια να εμπλακεί σε μια συζήτηση για το κατά πόσο θα παραμείνει η όχι στην ευρωζώνη (χωρίς βέβαια να γνωρίζουμε την κατάληξή της), πολυτέλεια την οποία δεν διαθέτει η ελληνική κυβέρνηση. Τρίτον, τα σενάρια που συζητάνε στην Κύπρο δεν είναι άνευ κόστους. Η επίταξη των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων προκειμένου να σωθούν οι τράπεζες του νησιού δεν αποτελεί ούτε σοσιαλιστική, ούτε αυτονόητη, ούτε ανώδυνη λύση, κάθε άλλο. Ως συλλογικός τραπεζίτης η κυπριακή κοινωνία καλείται να αποφασίσει δια των αντιπροσώπων της εάν θα χρηματοδοτήσει η ίδια την διάσωση της τράπεζάς της ή εάν θα παραιτηθεί οριστικά από την διεύθυνση μεταθέτοντας το κόστος της διάσωσης στην πλάτη του διπλανού Ρώσου μεγαλό-καταθέτη.

Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι τα κυπριακά πολιτικά κόμματα κατάφεραν να κερδίσουν μια εύθραυστη, πλην όμως αναγκαία, ομόνοια. Η πολιτική αντιπαράθεση στην Κύπρο δεν δομήθηκε γύρω από μια κακοχυμένη πόλωση ανάμεσα σε «μνημονιακές» και «αντιμνημονιακές» δυνάμεις, κάτι το οποίο με τη σειρά του επέτρεψε τη διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής. Οι βουλευτές που προχθές ψήφισαν «περήφανα όχι» είναι οι ίδιοι άνθρωποι με εκείνους που τα τελευταία τρία χρόνια εφαρμόζουν μια «αντιλαϊκή πολιτική λιτότητας» για να χρησιμοποιήσω κάποιες από τις αγαπημένες εκφράσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Οι Κύπριοι φαίνεται να κατάλαβαν ότι η κατάσταση είναι ιδιαίτερη και άρα απαιτεί ιδιαίτερη πολιτική αντιμετώπιση∙ οι Έλληνες «αδελφοί» επέλεξαν τον λαϊκισμό.

Όλα αυτά, και άλλα πολλά που σιγά-σιγά θα αντιλαμβανόμαστε, θα παίξουν το ρόλο που τους αναλογεί στην απόφαση των Κυπρίων. Εάν το ρίσκο που πήραν οι Κύπριοι δεν βγει τα αποτελέσματα για το μέλλον την Ευρώπης θα είναι δυσοίωνα. Εάν όμως η Κύπρος καταλήξει με μια καλύτερη συμφωνία από αυτή που της πρότειναν αρχικά, τότε χωρίς να το θέλει θα έχει αναδείξει μια εγκληματική ανεπάρκεια του ελληνικού πολιτικού προσωπικού. Θα αποδειχτεί ότι το πολύ-παιγμένο δίλλημα «μνημόνιο ή χρεοκοπία» συνιστά πραγματικό δίλλημα μόνο στο βαθμό που είναι αδύνατη η διατύπωση μιας ρεαλιστικής αντιπρότασης. Είναι πραγματικό δίλλημα επειδή πέρασαν τέσσερα χρόνια χωρίς φορολογική μεταρρύθμιση, χωρίς να κλείσει ούτε ένας περιττός οργανισμός του Δημοσίου, χωρίς να αλλάξει το σύστημα συνταγογράφησης που φορτώνει εκατομμύρια κερατιάτικα στην πλάτη των πολιτών. Είναι πραγματικό δίλλημα διότι οι ελληνικές κυβερνήσεις αποδείχτηκαν περισσότερο θετικές στο να κόψουν μισθούς και συντάξεις από το να αλλάξουν το κράτος που οι ίδιες δημιούργησαν προωθώντας δημοκρατικές και ώριμες μεταρρυθμίσεις. Είναι πραγματικό δίλλημα μόνο στο μέτρο που αποδεχτούμε ως καταστατική την αναπηρία της δημόσιας διοίκησης και το ρεσάλτο μικρών και μεγάλων στους δημόσιους πόρους. Εν τέλει, η ιδιαίτερη κατάσταση στην οποία βρεθήκαμε επιβάλει μια οικουμενική κυβέρνηση, για λίγο, ώσπου να πάρουμε μια ανάσα. Δεν επιβάλει όμως και τη λήθη για το πώς βρεθήκαμε εδώ.

* Γιώργος Ιωαννίδης, οικονομολόγος PhD
Επιστημονικός Συντονιστής του Τομέα Οικονομικής και Κοινωνικής Πολιτικής της ΔΗΜ.ΑΡ

Via : www.capital.gr