κλιματικη αλλαγη

Γράφει : Λιάνα Στυλιανού

Έρευνα για την κατανόηση της Κλιματικής αλλαγής από φοιτητές και φοιτήτριες του τμήματος Νηπιαγωγών.

Το ζήτημα της παγκόσμιας κλιματικής αλλαγής, για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, βρίσκεται στο το κέντρο των επιστημονικών ερευνητικών προσπαθειών. Οι πολίτες στην πλειονότητα τους γνώρισαν το ζήτημα από τα ΜΜΕ, τα οποία έφεραν το θέμα στα δελτία ειδήσεων, παρακινημένα από τη διάσκεψη για το πρωτόκολλο του Κιότο (1997) και αργότερα από την προβολή του ντοκιμαντέρ «An Inconvenient Truth». Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, διαπιστώθηκε ότι η παγκόσμια κλιματική αλλαγή χρήζει ανάγκης Επιστημονικού Αλφαβητισμού των πολιτών λαμβάνοντας υπόψη την αναγκαιότητα αντιμετώπισης των αρνητικών επιπτώσεων που προκαλούν στο Περιβάλλον οι ανθρώπινες δραστηριότητες. Αν αποδεχθούμε την άποψη ότι οι άνθρωποι, ατομικά ή συλλογικά, είναι υπεύθυνοι για την επιδείνωση του φαινομένου, η επανεξέταση του κυρίαρχου μοντέλου ανάπτυξης και του τρόπου ζωής μας είναι απαραίτητη. Η αλλαγή στις στάσεις και συμπεριφορές των πολιτών απαιτεί συστηματική και διαρκή προσπάθεια και η εκπαίδευση φαίνεται να είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για να επιτευχθεί. Η κλιματική αλλαγή είναι ίσως το πιο κρίσιμο, πολύπλοκο και αφηρημένο ζήτημα, με πολλαπλές διαστάσεις  (κοινωνική, οικονομική, φυσική κλπ) που πρέπει να μελετηθούν και να γίνουν κατανοητές. Η γνώση και οι ικανότητες που απαιτούνται για να κατανοήσει κάποιος το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής και, ακόμη περισσότερο, για να συμμετάσχει συνειδητά στην προσπάθεια περιορισμού του, είναι ποικίλες, σύνθετες και, ως εκ τούτου δεν είναι εύκολο να αποκτηθούν.

Η διεθνής βιβλιογραφία έχει να παρουσιάσει αρκετές μελέτες για τις αντιλήψεις, τις ιδέες και την κατανόηση της κλιματικής αλλαγής και του φαινομένου του θερμοκηπίου των μαθητών, φοιτητών, ενηλίκων. Αυτές οι μελέτες επιχειρούν να ερμηνεύσουν πώς οι ερωτώμενοι  αντιλαμβάνονται το φαινόμενο ώστε πρώτα απ’ όλα να βελτιωθεί η συνολική διαδικασία της μάθησης. Οι μαθητές και οι ενήλικες μέσω της τυπικής εκπαίδευσης  αλλά και μέσω των ΜΜΕ έρχονται αντιμέτωποι με το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής αν και συχνά προσεγγίζουν το φαινόμενο με παρανοήσεις. Οι μελέτες έχουν αποκαλύψει αρκετές από αυτές τις παρανοήσεις: (α) τη σύγχυση των εννοιών καιρός και κλίμα, (β) τη μείωση του στρατοσφαιρικού όζοντος ως κύρια αιτία αύξησης της υπερθέρμανσης του πλανήτη, και (γ)  τη συσχέτιση άσχετων προβλημάτων ρύπανσης (π.χ., σκουπίδια, το φωτοχημικό νέφος, ραδιενεργά απόβλητα) με την κλιματική αλλαγή. Δυστυχώς όμως οι παρανοήσεις και παρερμηνείες μπορούν να λειτουργήσουν ως εμπόδιο για την μάθηση και την κατανόηση βασικών επιστημονικών εννοιών. Οι παρανοήσεις αυτές είναι τόσο ισχυρές που παραμένουν ακόμη και μετά από επεξηγήσεις διαμορφώνονται δε από έλλειψη επαρκών πληροφοριών κι όχι γιατί οι νέοι εκπαιδευτικοί διαθέτουν μια πρωτόγονη επιστημονική λογική. Η άποψη αυτή αντικρούει την γενική αντίληψη ότι  γενικά οι άνθρωποι λαμβάνουν ακατάλληλη μόρφωση είτε από το σχολείο είτε από μη τυπικές ή άτυπες μορφές εκπαίδευσης. Στο ερώτημα αν αυτές οι παρανοήσεις προέρχονται από λανθασμένες οδηγίες που δίνουν οι εκπαιδευτικοί οι οποίοι δεν έχουν κατανοήσει σωστά αυτά τα φαινόμενα η έρευνα έδειξε ότι προπτυχιακοί εκπαιδευτικοί με ειδίκευση στις Φυσικές Επιστήμες (φυσικών επιστημών, γεωγραφίες κλπ) διαθέτουν τέτοιες παρανοήσεις για τα ατμοσφαιρικά φαινόμενα. Οι παρανοήσεις των προπτυχιακών εκπαιδευτικών που δεν εξαλείφτηκαν κατά τη διάρκεια των σπουδών τους μπορούν να οδηγήσουν σε πεποιθήσεις παρόλο που οι πεποιθήσεις των φοιτητών εκπαιδευτικών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ισοδυναμούν με τη διδακτική πρακτική, είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη στην κατάρτιση που λαμβάνουν. Οι πεποιθήσεις βασίζονται στην προγενέστερη εμπειρία και τα  γνωρίσματα της προσωπικότητας και επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο είμαστε διατεθειμένοι να σκεφτούμε και να ενεργήσουμε σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο (π.χ., κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας στην τάξη που αλληλεπιδρούν με τους μαθητές). Οι παραδοχές προκύπτουν από τις πεποιθήσεις. Οι παραδοχές θα επιτρέψουν ή θα απαγορέψουν τον μέλλοντα εκπαιδευτικό να ενστερνιστεί νέες ιδέες  και η εκπαίδευση έχει ανάγκη τους εκπαιδευτικούς που ενστερνίζονται το νέο.

Η μελέτη της οποίας τα συμπεράσματα θα παρουσιάσω παρακάτω αφορούσε στις αντιλήψεις και πεποιθήσεις των φοιτητρών/Φοιτητριών του τμήματος Νηπιαγωγών της Παιδαγωγικής Σχολής Ιωαννίνων  για την κλιματική αλλαγή. Συμμετείχαν 218 Φοιτητές και Φοιτήτριες του Ε εξαμήνου που παρακολουθούσαν το μάθημα «Διδακτική των Εννοιών των Φυσικών Επιστημών στο Νηπιαγωγείο». Το ερωτηματολόγιο απαντήθηκε ηλεκτρονικά και περιλάμβανε 8 ερωτήματα κλειστού τύπου και δύο ερωτήματα ανοιχτού τύπου. Οι ερωτήσεις της έρευνας αφορούσαν

Α. στις αντιλήψεις τους για την υπερθέρμανση του πλανήτη και την κλιματική αλλαγή,

Β. στα μέσα και στους τρόπους ενημέρωσης τους και κατά πόσο θεωρούν πως είναι ενημερωμένοι

Γ.  στα αίτια που προκαλούν το φαινόμενο και τα αποτελέσματα του φαινομένου και ποιοι φέρουν την ευθύνη επίλυσης του ζητήματος

Δ. στα θεματικά πεδία που εμπλέκονται στην ενότητα κλίμα/καιρός/κλιματική αλλαγή

Ε.  στην κατανόηση της έννοιας του αποτυπώματος άνθρακα.

Η ανάλυση της έρευνας έδειξε ότι στην πλειονότητα τους οι προπτυχιακοί νηπιαγωγοί  είναι σίγουροι ότι συμβαίνει η υπερθέρμανση του πλανήτη, έχουν διαβάσει ότι η θερμοκρασία αυξάνει και καταλαβαίνουν για την καταγραφή που γίνετε παγκοσμίως  για την κλιματική αλλαγή. Όσοι στα μαθητικά τους χρόνια συμμετείχαν σε προγράμματα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης με αντίστοιχης θεματολογίας περιεχόμενο, είναι πιο σίγουροι και σταθεροί στις απόψεις τους και επιχειρηματολογούν σωστά. Ελάχιστοι είναι αυτοί που δεν πιστεύουν στην ύπαρξη κλιματικής αλλαγής ή θεωρούν ότι αν συμβαίνει τη ευθύνη δε τη φέρει ο άνθρωπος καθώς είναι μια φυσική διαδικασία του πλανήτη. Οι μισοί φοιτητές- φοιτήτριες  θεωρούν ως κύρια αιτία του προβλήματος την καύση ορυκτών καυσίμων. Επίσης όλοι σχεδόν γνωρίζουν ότι η κλιματική αλλαγή είναι μια κατάσταση που επηρεάζει όλο τον πλανήτη και το πιο σημαντικό ότι η ευθύνη για τη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου δεν περιορίζεται στη βιομηχανία, αλλά μοιράζεται σε ολόκληρη την κοινωνία. Και αυτή η διαπίστωση είναι ενθαρρυντική καθώς γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι θα αλλάξουν τη στάση τους απέναντι σε επιστημονικές τοποθετήσεις όπως είναι η κλιματική αλλαγή όταν υπάρχει επιστημονική συναίνεση κι αυτή κοινωνηθεί ευρέως στους πολίτες. Παρόλο που η πλειονότητα των ερωτηθέντων αναφέρεται στη σοβαρότητα της κατάστασης της κλιματικής αλλαγής η οποία προκαλείται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες  φαίνεται να υπάρχει ένα μεγάλο κενό στην επικοινωνία της επιστημονικής πληροφορίας. Η πλειονότητα χρειάζεται αρκετές έως πολλές πληροφορίες ακόμη, ελάχιστοι είναι εκείνοι που γνωρίζουν πολύ καλά το θέμα, όπως και ελάχιστοι δεν το γνωρίζουν καθόλου.

Η διαπίστωση της σύνδεσης της έννοιας «κλιματική αλλαγή /κλίμα/καιρός» κυρίως με το στρώμα του όζοντος συνάδει με άλλες έρευνες που έχουν καταδείξει την εσφαλμένη αντίληψη των προπτυχιακών εκπαιδευτικών που συνδέουν την μείωση της στιβάδας του όζοντος με τα αίτια της κλιματικής αλλαγής.

Όσο αφορά στις δράσεις που πρέπει να αναληφθούν για να αλλάξει η πορεία της κλιματικής αλλαγής διαπιστώνεται ότι μεγάλος αριθμός συνδέει την κλιματική αλλαγή με την μόλυνση του περιβάλλοντος, την αναδάσωση, την ανακύκλωση, τη μόλυνση των υδάτων, την οδήγηση οχημάτων με ηλεκτρική ενέργεια, τη διατήρηση των καθαρών θαλασσών, την προστασία της βιοποικιλότητας. Αναφέρονται στην αναγκαιότητα μείωσης της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος δηλ στον περιορισμό του οικολογικού αποτυπώματος του ανθρώπου αλλά δεν αναφέρονται στο είδος της ενέργειας που θα χρησιμοποιείται ώστε να μειωθεί η καύση των ορυκτών καυσίμων. Αναφέρουν ότι η καύση φυσικού αερίου είναι ένας τρόπος αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για καύση ορυκτού καυσίμου και ότι αποδίδει κι αυτό αέρια του θερμοκηπίου. Ενώ επισημαίνουν την αναγκαιότητα μείωσης της καύσης των ορυκτών καυσίμων στη συνέχεια φαίνεται ότι δεν αντιλαμβάνονται τη σημασία της έννοιας. Πολύ εντυπωσιακό παράδειγμα είναι το ότι δεν αναφέρθηκε κανείς και καμιά στην ενεργειακή κατάσταση της Ελλάδας και στους ρυπογόνους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος της Κοζάνης ενώ αναφέρθηκαν στην ανάγκη οι κυβερνήσεις να περιορίσουν την εξόρυξη πετρελαίου στην Αρκτική.

Στο ερώτημα που αφορούσε το ανθρακικό αποτύπωμα της σοκολάτας, ως τρόπο κατανόησης του αποτυπώματος άνθρακα, το αισιόδοξο είναι ότι κάποιες απαντήσεις παρουσίασαν την έννοια των τροφοχιλιομέτρων που συνδέεται με την κλιματική αλλαγή, επισήμαναν ότι η εκτροφή των αγελάδων αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους παραγωγούς μεθανίου και πρότειναν ο καταναλωτής να υποστηρίζει την προσπάθειας των εταιρειών που διαχειρίζονται το ανθρακικό αποτύπωμα των προϊόντων τους, αγοράζοντας προϊόντα που έχουν το σήμα μείωσης του ανθρακικού αποτυπώματος.  Παρανοήσεις ή αφελείς απαντήσεις ή εναλλακτικές ιδέες διατυπώθηκαν αρκετές. Όπως: Προτείνεται η  ανάγκη μείωσης της κατανάλωσης νερού σε ένα φυτό που ζει και αναπτύσσεται στον ισημερινό  άρα δεν έχει την ανάγκη άρδευσης. Η ζάχαρη δεν περιγράφεται ως προϊόν μεταποίησης αλλά ως πρώτη ύλη που καλλιεργείται. Η  διατροφή των ζώων  να γίνεται με βιολογικά προϊόντα και λαχανικά εποχής. Προτείνεται η χρήση πλαστικού (ως ανακυκλώσιμο υλικό) αντί για χαρτιού κατά τη συσκευασία, οι σοκολάτες να τρώγονται αμέσως για να περιοριστεί το ανθρακικό τους αποτύπωμα, να μη γίνεται διαφημιστική καμπάνια της σοκολάτας για να μειωθεί το ανθρακικό αποτύπωμα. Προτείνεται να  ζεσταίνεται η σοκολάτα για να περιορίσουμε τις φθορές του προϊόντος, να μειωθεί η ημερομηνία λήξης της σοκολάτας ώστε να καταναλώνεται γρήγορα, να δημιουργηθεί ένα τεχνολογικό υλικό συσκευασίας που θα απορροφά τα αέρια που δημιουργεί η σοκολάτα. Επίσης το οικολογικό αποτύπωμα του προϊόντος περιέχεται στη συσκευασία της σοκολάτας και γι’ αυτό πρέπει να χρησιμοποιούμε υλικά συσκευασίας ανακυκλώσιμα. Για την καλλιέργεια του κακαόδεντρου να μη χρησιμοποιούμε διοξείδιο του άνθρακα και θερμοκήπια, η σοκολάτα πρέπει να παρασκευάζεται με διαφορετικά υλικά εκτός του κακάο, να δημιουργήσουν οι επιστήμονες  βιολογικές σοκολάτες και να παράγουμε σοκολάτες με φυσικά προϊόντα.

Διαπιστώνεται ότι γενικά διαθέτουν μια επιφανειακή γνώση των ζητημάτων η οποία προκύπτει ως εξής: ερευνώντας διαδικτυακά το ζήτημα αποκτούν μια γενική εικόνα του ζητήματος που τους δίνει τη δυνατότητα να απαντήσουν σε ερωτήματα κλειστού τύπου. Σε ερωτήσεις όμως που απαιτούνται απαντήσεις  με επιχειρηματολογία, κριτική ματιά ή κατάθεση προσωπικής άποψη οι ερωτώμενοι στην πλειονότητα τους απαντούν αφελώς ή με παρανοήσεις. Στην περίπτωση μας ένας σημαντικός αριθμός ερωτηθέντων δεν απάντησαν καν στις ερωτήσεις ανοιχτού τύπου, αναφέροντας ότι δε γνώριζαν το θέμα, δεν είχαν ασχοληθεί γιατί ήταν πολύ εξειδικευμένο.

Φυσικά η γνώση περιεχομένου δεν αποτελεί προϋπόθεση της αποτελεσματικής διδασκαλίας θεμάτων των Φυσικών Επιστημών στην προσχολική και πρωτοβάθμια Εκπαίδευση όμως η ελλιπής γνώση συγκεκριμένων θεμάτων δεν είναι επιθυμητή ούτε για τους μαθητές αλλά ούτε και για τους εκπαιδευτικούς. Σε αυτές τις περιπτώσεις δύο σενάρια υπάρχουν είτε ο εκπαιδευτικός να αναγκαστεί να διαβάσει περισσότερο μόνος του χωρίς κάποια βοήθεια αυξάνοντας το άγχος του για την εργασία του, ή να παραλείψει ένα ζήτημα που είναι προκλητικά άγνωστο. Συνήθως συμβαίνει το δεύτερο και στην περίπτωση μας υποστηρίζεται και από τις απαντήσεις των προπτυχιακών νηπιαγωγών.

Ενώ η πλειονότητα αναφέρει την ανάγκη ο πολίτης να είναι ενημερωμένος, κανένας δεν αναφέρεται στον τρόπο κατάκτησης των δεξιοτήτων πληροφόρησης, κατανόησης και κριτικής επεξεργασίας της πληροφορίας ώστε να γίνουν επιστημονικά εγγράμματοι, να ανακαλύπτουν την πληροφορία, να επιλέγουν  τις σωστές πληροφορίες, να μαθαίνουν. Επίσης δεν υπάρχει καμιά αναφορά στην παιδαγωγική διάσταση του ζητήματος και την αναγκαιότητα από την μια κατανόησης των ζητημάτων ώστε να μπορούν να διδαχθούν αξιοπρεπώς και από την άλλη να δύναται ο ενημερωμένος πολίτης- εκπαιδευτικός να ανακαλύπτει την πληροφορία, να την αντιλαμβάνεται και στη συνέχεια να επιχειρηματολογεί και να δρα  μέσα από συλλογικότητες ώστε να ασκεί πίεση και ταυτόχρονα να εξελίσσεται και να μαθαίνει.

Δεδομένου ότι εμπειρικές έρευνες αναφέρουν ότι η φιλο-περιβαλλοντική συμπεριφορά ενισχύεται από τη γνώση και την εκπαίδευση είναι πολύ σημαντικό οι μελλοντικοί εκπαιδευτικοί οι οποίοι είναι σε θέση να επηρεάσουν τους μαθητές τους να αρχίσουν την επαγγελματική τους σταδιοδρομία με μια σαφή κατανόηση των βασικών στοιχείων του ζητήματος της κλιματικής αλλαγής που είναι τόσο πολύ σπουδαίο καθώς επηρεάζει εκτός όλων των άλλων δυο σημαντικούς τομείς της ανθρώπινης επιβίωσης την υγεία  και την γεωργία.  Επιπλέον οι εκπαιδευτικοί είναι σημαντικό να είναι ενήμεροι για το επίπεδο των γνώσεων της κοινότητας στην οποία είναι ενταγμένοι προκειμένου να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν παρανοήσεις και ασάφειες σχετικά με την αλλαγή  του κλίματος δεδομένου ότι η επιρροή της οικογένειας διαμορφώνει και εναλλακτικές ιδέες και τρόπους συμπεριφοράς.

About

Σπούδασε παιδαγωγικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, συνέχισε τις σπουδές της στο Διδασκαλείο όπου γνώρισε την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση. Στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας έκανε το μεταπτυχιακό της και ακολούθησε η διδακτορική διατριβή της στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Εργάζεται από το 2002 στο Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Νάουσας το οποίο και διευθύνει. Είναι μια αιώνια έφηβη που της αρέσει να εκπλήσσεται από το ταξίδι της στη ζωή. Αντιδρά στον συντηρητισμό και στον ολοκληρωτισμό, γοητεύεται από τους ανθρώπους που διαθέτουν αισθητική στη σκέψη και στις πράξεις τους, αγαπούν τη δουλειά και σέβονται τη ζωή. Επιδίωξη της η συνεχής νεότητα της σκέψης

Via : http://toperivallon.gr