Ο χώρος
Το βραχώδες και έρημο νησί που εκτείνεται παράλληλα με την ανατολική ακτή της Αττικής είναι η Μακρόνησος. Στο νησί εντοπίζονται ή πιθανολογούνται ενδιαιτήματα μεταλλουργών, κτηνοτρόφων, μελισσοκόμων, μοναχών, σε ασυνεχείς περιόδους, πάντα σε σχέση με τις οικονομικές και άλλες δραστηριότητες των κοντινών περιοχών, της Κέας και της Λαυρεωτικής (του νοτίου άκρου της Αττικής). Διοικητικά η Μακρόνησος ανήκει στην Κέα, ωστόσο τουλάχιστον την τελευταία εκατονταετία φαίνεται να υπήρξε απολύτως εκτός πλαισίου μιας «διάσπαρτης πόλης» του Αιγαίου· υπήρξε απομονωμένη, αν και σήμερα φαίνεται ακόμα και κοντινή στην Αθήνα, κατεξοχήν τόπος εκτός πολιτείας, χώρος απομόνωσης και εξορίας.
Το όνομα Μακρόνησος αναφέρεται πρώτη φορά από τα μέσα του 13ου αιώνα. Στο σχήμα της οφείλεται και το αρχαίο όνομα Μάκρις και το μεταγενέστερο Μάκρη, με το οποίο είναι γνωστή τον Μεσαίωνα και μέχρι τον 20ό αιώνα. Το νησί ονομαζόταν και Ελένη, γιατί κατά την παράδοση το επισκέφτηκε η μυθολογική ηρωίδα κατά το ταξίδι της επιστροφής της από την Τροία.
Η Μακρόνησος βρίσκεται στη ροή ενός κλάδου του ισχυρού θαλάσσιου ρεύματος που χύνεται από τον Εύξεινο Πόντο στο Αιγαίο· ο βόρειος άνεμος, ο «απαρκτίας» των αρχαίων, ήταν πάντα ισχυρός στην περιοχή· τοπικός ακτοπλοϊκός κίνδυνος ήταν και ο ύφαλος της Τρυπητής στο βόρειο άκρο του νησιού. Στην αρχαιότητα, καθώς οι θαλάσσιες μεταφορές ήταν ταχύτερες και πρακτικότερες από τις χερσαίες, η γύρω περιοχή αποτελούσε πολυσύχναστο θαλάσσιο δρόμο. Έξι αρχαία ναυάγια έχουν εντοπιστεί γύρω από τη Μακρόνησο που χρονολογούνται από τον 2ο αι. π.Χ. έως τον 4ο αι. μ.Χ., δύο στον ύφαλο της Τρυπητής, ένα στο ακρωτήριο Κέντρο, ένα στον όρμο Βαθύ Αυλάκι και δύο μεταξύ Μακρονήσου και Θορικού, ενώ ακόμη και τις τελευταίες δεκαετίες ήταν ορατό το μισοβυθισμένο πλοίο «Apollonia VI» μετά την προσάραξή του στην Τρυπητή το 1980.
Στον Μεσαίωνα η Μακρόνησος ήταν, όπως και η Αίγινα και η Σαλαμίνα, ορμητήριο πειρατών. Ο βυζαντινός λόγιος Μιχαήλ Χωνιάτης (μητροπολίτης Αθηνών το διάστημα 1182-1204), αναφέρει τη φτωχή μονή Αγίου Γεωργίου στη Μάκρη και μετανιώνει που δεν την είχε εκκενώσει, ώστε οι πειρατές να έχουν ένα λιγότερο λόγο που θα καθιστούσε το νησί «ενδιαίτημα». Μαρτυρία για ύπαρξη μοναχών στο νησί υπάρχει το 1675 από τον γάλλο ταξιδιώτη Guillet, ενώ πιθανόν ο σημερινός ναός του Αγίου Γεωργίου, ίσως είναι ό,τι επιβίωσε από αυτή τη μονή.
Ο γάλλος ταξιδιώτης Tournefort που διανυκτέρευσε στο νησί στις 7 Νοεμβρίου του 1700 είχε διαβάσει στον Πλίνιό του πως η τρικυμία είχε αποκόψει τη Μακρόνησο από την Εύβοια. Η Μακρόνησος όμως γεωλογικά και μεταλλευτικά δεν είναι κομμάτι ούτε της Εύβοιας ούτε των Κυκλάδων, αλλά της Λαυρεωτικής. Φτωχότερη όμως ως προς τη μεταλλοφορία, διαβρωμένη από τη βροχή και τον άνεμο, με λίγο νερό και άγονη, όπως είναι συνήθως οι τόποι με μεταλλοφόρα κοιτάσματα.
Μεταλλουργική δραστηριότητα

Η σελίδα τίτλου της μελέτης του Ανδρέα Κορδέλλα Le Laurium, Marseille, impr. de Cayer, 1869. Bibliothèque nationale de France
Στους προϊστορικούς χρόνους, στην αντικρινή Λαυρεωτική προσορμίζονταν οι έμποροι του οψιανού που κινούνταν μεταξύ των Κυκλάδων και της ηπειρωτικής Ελλάδας· λεπίδες οψιανού έχουν βρεθεί και στη Μακρόνησο. Στη θέση Προβάτσα της Μακρονήσου έχουν βρεθεί και οι αρχαιότεροι γνωστοί «λιθάργυροι» της Λαυρεωτικής, που τεκμηριώνουν μεταλλουργική δραστηριότητα· ανακαλύφθηκε επίσης μικρός οικισμός του 2700-2300 π.Χ., σύγχρονος με τη λειτουργία του «Μεταλλείου υπ’ αρ. 3» του Θορικού, ενός από τα αρχαιότερα αργυρωρυχεία της Μεσογείου.
Κατά τη συστηματική μεταλλευτική και μεταλλουργική δραστηριότητα στη Λαυρεωτική των κλασικών χρόνων που απέδιδε τον άργυρο για τα αθηναϊκά νομίσματα, τις «γλαύκες», υπήρχε αντίστοιχη λειτουργία και στη Μακρόνησο. Οι σκωρίες αυτής της περιόδου μεταφέρθηκαν το 1871 στο Λαύριο για νέα εκμετάλλευση.
Τον 19ο αιώνα, όταν οι ορυκτές πρώτες ύλες ήταν απαραίτητες στην εκβιομηχάνιση του δυτικού κόσμου, οι έρευνες για ορυκτό πλούτο ανά τον πλανήτη εντάθηκαν με στόχο τον εντοπισμό νέων κοιτασμάτων, αλλά και παλαιών, αξιοποιήσιμων με τις νέες τεχνολογίες των ορυκτών. Η Λαυρεωτική εισέρχεται αιφνιδίως στη βιομηχανική περίοδο χάρη στην οξυδέρκεια του σμυρνιού μεταλλειολόγου Ανδρέα Κορδέλλα που διέγνωσε πως οι αρχαίες σκουριές μπορούσαν να είναι αποδοτικές. Το 1865, γενέθλιο έτος του σύγχρονου Λαυρίου, παράγεται και πάλι αργυρούχος μόλυβδος στην περιοχή, ενώ το 1885 τραίνο συνδέει το Λαύριο με την Αθήνα.
Το 1881 η Μακρόνησος παραχωρείται ως μεταλλείο σε μεταλλευτική εταιρεία («Ελένη»), το 1910 γίνεται έρευνα για ψευδάργυρο στο νησί και πριν τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο γίνεται γεωλογική έρευνα και χαρτογράφηση από τη Γαλλική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου. Το 1948 (κατά την περίοδο «αναμόρφωσης» πολιτικών κρατουμένων) ιδρύεται η εταιρεία «Ελληνικαί Μεταλλευτικαί Επιχειρήσεις Μακρόνησος ΕΜΕΜ Α.Ε.».
Απομόνωση και εξορία
![Νοσοκομείο και λοιμοκαθαρτήριο για τους πρόσφυγες, [1922]](http://www.ipyxida.gr/wp-content/uploads/2017/02/Makro1922A-299x206.png)
Νοσοκομείο και λοιμοκαθαρτήριο για τους πρόσφυγες, [1922]
Η κακή μεταχείριση των τούρκων αιχμαλώτων και κατοίκων από Έλληνες και Σέρβους ήταν θέμα πυκνής αρθρογραφίας του συγγραφέα Pierre Loti στις γαλλικές εφημερίδες τον χειμώνα 1912-1913. Η Επιτελική Υπηρεσία υπέβαλε υπόμνημα στον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό με διαβεβαιώσεις για την τήρηση των διεθνών συμβάσεων. Στη Μακρόνησο εκατοντάδες τάφοι Τούρκων βρέθηκαν το 1948 κατά την κατασκευή στρατοπέδου, σύμφωνα με τη μαρτυρία των τότε εξορίστων. Παρατηρήθηκαν φαινόμενα καταχρήσεων εφοδιασμού από πολίτες και στρατιωτικούς (έγιναν δίκες το 1915-1916 για τις «καταχρήσεις Μακρονήσου»). Μετά την υπογραφή της ελληνοτουρκικής συνθήκης την 1η Νοεμβρίου 1913, μέσα σε ένα δεκαπενθήμερο φεύγουν για την Κωνσταντινούπολη γύρω στις 10.000 αιχμάλωτοι.
Στις 10 Ιουνίου 1922 αποφασίζεται η μεταφορά και προσωρινή εγκατάσταση στη Μακρόνησο των προσφύγων από τον Πόντο, οι οποίοι είχαν αρχίσει να φτάνουν από την άνοιξη του ίδιου έτους στην Ελλάδα. Με την άφιξη μέσα σε μια μέρα πάνω από 8.500 περίπου προσφύγων, πολλών ασθενών και αρκετών «υπόπτων χολέρας», το λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου (της Σαλαμίνας) κρίθηκε ανεπαρκές και επικίνδυνο κοντά στην Αθήνα. Στη Βουλή και τον αθηναϊκό Τύπο τίθεται το «ζήτημα των πασχόντων προσφύγων».
![Οικογένεια προσφύγων, [1922]](http://www.ipyxida.gr/wp-content/uploads/2017/02/Makro1922Β-299x192.png)
Οικογένεια προσφύγων, [1922]
Στις 2 Φεβρουαρίου 1923, σύμφωνα με διαταγή του Υπουργείου Στρατιωτικών για την παλινόστηση των ελλήνων αιχμαλώτων μετά την υπογραφή στη Λωζάννη της Σύμβασης περί ανταλλαγής ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών, προβλέπεται η υποδοχή και απολύμανσή τους σε στρατόπεδο που θα δημιουργηθεί στη Μακρόνησο. Οι «πολιτικοί όμηροι» και «στρατιωτικοί αιχμάλωτοι» όμως που καταφθάνουν, πηγαίνουν στο λοιμοκαθαρτήριο του Πειραιά.
Το 1931 η Μακρόνησος προτείνεται ως χώρος συγκέντρωσης των κομμουνιστών. Το 1935 αναφέρεται στον Τύπο πως αποφασίστηκε να μεταφέρονται εκεί οι εκτοπιζόμενοι κομμουνιστές, για την αποφυγή του κινδύνου μετάδοσης των ιδεών τους στα νησιά του Αιγαίου.
Ενδεικτική βιβλιογραφία:
Αγτζίδης Βλάσης, «Από τον Πόντο στο Μακρονήσι», kars1918.wordpress.com, 9/3/2010
Δερμάτης Γιώργος Ν., Λαύρειο το μαύρο φως: Η μεταλλευτική και μεταλλουργική βιομηχανία στο Λαύρειο 1860-1917, ελληνική και ευρωπαϊκή διάσταση, Αθήνα: Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου-Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, 2003.
Κακαβογιάννης Ευάγγελος, «Μακρόνησος», στον τόμο: Ανδρέας Βλαχόπουλος (επιμ.), Αρχαιολογία – Νησιά του Αιγαίου, Αθήνα: Μέλισσα, 2005. 212-213.
Μπελαβίλας Νίκος, Λήδα Παπαστεφανάκη, Α.Ζ. Φραγκίσκος, «Κέα και Μακρόνησος» στον τόμο: Νίκος Μπελαβίλας, Λήδα Παπαστεφανάκη (επιμ.), Ορυχεία στο Αιγαίο: Βιομηχανική αρχαιολογία στην Ελλάδα. Αθήνα: Μέλισσα, 2009. 230-231.
Αθηναϊκά Νέα, Ελεύθερον Βήμα (Ιστορικό Αρχείο Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη)
Εμπρός, Σκριπ, Ριζοσπάστης (Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Εφημερίδων και Περιοδικού Τύπου – Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος)
Via : www.makronissos.org