Η συμφωνία μεταξύ των μεγαλύτερων και σημαντικότερων παλαιστινιακών οργανώσεων, της Φατάχ και της Χαμάς, στις 12 Οκτωβρίου, έγινε δεκτή με ενθουσιασμό και πανηγυρισμούς από τον παλαιστινιακό λαό και με ανακούφιση, τουλάχιστον σε επίπεδο δηλώσεων, από την διεθνή κοινότητα.

Η συμφωνία, η οποία υπεγράφη στο Κάιρο, προβλέπει, ότι η Παλαιστινιακή Αρχή, η οποία εδρεύει στη Δυτική Όχθη, θα αναλάβει, την 1η Δεκεμβρίου 2017, εκ νέου τον έλεγχο της Λωρίδας της Γάζας, που ελέγχεται, από το 2007 και μετά από εμφύλιο πόλεμο, από την Χαμάς. Την υπέγραψαν ο αναπληρωτής ηγέτης της Χαμάς Σαλάχ Αλ Αρούρι και ο επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας της Φατάχ Αζάμ Αλ Αχμάντ, στο αρχηγείο της υπηρεσίας πληροφοριών της Αιγύπτου. Οι διαπραγματεύσεις πλέον θα έχουν ως αντικείμενο τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας, με τα διάφορα παλαιστινιακά πολιτικά ρεύματα να συναντώνται εκ νέου στο Κάιρο στις 21 Νοεμβρίου.

Αυτό που απομένει να διαπιστωθεί είναι και το σημαντικότερο: Αν θα εφαρμοσθεί αυτή η ελπιδοφόρα συμφωνία, η οποία έρχεται σε μια από τις κρισιμότερες στιγμές στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Διότι, δεν είναι η πρώτη φορά που οι δύο οργανώσεις έδωσαν τα χέρια κάνοντας τους Παλαιστίνιους να βγουν ευτυχισμένοι και πανηγυρίζοντες στους δρόμους.

Μια ιστορία απελευθερωτικού αγώνα

Για να αποδοθεί κατά το δυνατόν σε όλες τις διαστάσεις της αυτή η συμφωνία είναι αναγκαίο να αξιολογηθεί αφενός ενταγμένη στην ιστορία του παλαιστινιακού ζητήματος, αφετέρου στην τρέχουσα γεωπολιτική κατάσταση στην περιοχή. Ας ξεκινήσουμε από την πρώτη πτυχή.

Το 1959 και ενώ το κράτος του Ισραήλ μετρά ήδη 11 χρόνια ζωής, οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες που ζουν στο Κουβέιτ ιδρύουν την οργάνωση «Φατάχ», της οποίας σκοπός ύπαρξης είναι η επιστροφή των Παλαιστινίων στη γη τους. Διότι όταν το 1947 η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, με απόφασή της, τάχθηκε υπέρ της διχοτόμησης της γης της Παλαιστίνης, το έκανε για να μοιραστεί αυτή η γη ανάμεσα στον εβραϊκό πληθυσμό (που τότε στην περιοχή αριθμεί μόνο 550.000) και στον αραβικό (1,2 εκατομμύριο).

Ομως, τον Φεβρουάριο του 1949 αρχίζει ο πρώτος αραβο-ισραηλινός πόλεμος, αμέσως μετά την αποχώρηση από την περιοχή των βρετανικών στρατευμάτων. Με τη λήξη των εχθροπραξιών, τον Οκτώβριο, 700.000 Παλαιστίνιοι έχουν εκδιωχθεί από την περιοχή, και τα εδάφη τους προσαρτώνται. Η Ιορδανία και η Αίγυπτος διατηρούν την κυριαρχία τους στη Δυτική Οχθη, ενώ η Ιερουσαλήμ διχοτομείται: Η δυτική περνά σε ισραηλινή κατοχή και η ανατολική σε ιορδανική.

Το 1961 ο Αραφάτ αναλαμβάνει την ηγεσία της Φατάχ και το 1964 ιδρύεται η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, το σχήμα στο οποίο ενώνουν τις δυνάμεις τους πολλές, διαφορετικές στις πολιτικές τους αρχές, παλαιστινιακές οργανώσεις, όπως το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, το Δημοκρατικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης και πολλές άλλες. Ωστόσο, σπονδυλική στήλη της ΟΑΠ είναι η «Φατάχ ».

Τον Ιούνιο του 1967 το Ισραήλ ξεκινά εκ νέου πόλεμο, με ταυτόχρονη επίθεση κατά της Αιγύπτου, της Συρίας και της Ιορδανίας, αφού πρώτα κατέστρεψε σε μια επιδρομή – αστραπή το σύνολο, σχεδόν, της αιγυπτιακής πολεμικής αεροπορίας στο έδαφος. Το Ισραήλ καταλαμβάνει την Χερσόνησο του Σινά και την Λωρίδα της Γάζας από την Αίγυπτο, τα υψίπεδα του Γκολάν από τη Συρία, τη Δυτική Οχθη και την ανατ. Ιερουσαλήμ από την Ιορδανία. Ο πόλεμος των «6 ημερών» τελειώνει με το Ισραήλ να έχει εξασφαλίσει έδαφος διπλάσιο της έκτασης που ήλεγχε πριν από αυτόν. Για τους Αραβες, ο πόλεμος αυτός έχει μείνει στην ιστορία ως «η Καταστροφή» – Αλ Νάκμπα. Για τους Παλαιστίνιους θα σημάνει την «αναβάθμιση» του Ισραήλ σε αποκλειστική δύναμη κατοχής των εδαφών τους.

Τον Σεπτέμβριο του 1972, ένοπλοι Παλαιστίνιοι εισβάλλουν στο Ολυμπιακό Χωριό και εκτελούν 11 Ισραηλινούς αθλητές, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου. Η επίθεση αυτή χαρακτηρίζεται από πολλούς ως σταθμός στην ένοπλη δράση της ΟΑΠ κατά του Ισραήλ, που κατηγορεί τους Παλαιστίνιους για τρομοκρατία. Οι Παλαιστίνιοι απαντούν ότι είναι ο μόνος τρόπος πολέμου που μπορούν να διεξάγουν απέναντι στην ισχυρότατη ισραηλινή στρατιωτική μηχανή.

Τον Οκτώβριο του 1973, σε μια συντονισμένη επιχείρηση, ο αιγυπτιακός και ο συριακός στρατός εξαπολύουν επίθεση κατά των ισραηλινών δυνάμεων στο Σινά και στα υψώματα του Γκολάν. Η επίθεση πραγματοποιείται στις 6 Οκτωβρίου, ημέρα της σημαντικότερης γιορτής του εβραϊκού ημερολογίου, του Γιομ Κιπούρ. Παρ’ όλα αυτά, τα αιγυπτιακά και συριακά στρατεύματα υποχωρούν μετά από τις σφοδρές μεθοδικές αντεπιθέσεις του ισραηλινού στρατού.

Τον Ιούλιο του 1976, Ισραηλινοί κομάντος πραγματοποιούν επιτυχή επιχείρηση διάσωσης για τους 98 Ισραηλινούς και Εβραίους ομήρους, που κρατούνται στο Εντεμπε, της Ουγκάντα, από Παλαιστινίους μαχητές, μετά από αεροπειρατία που είχε εκδηλωθεί σε αεροσκάφος της «Air France».

Τον Μάρτιο του 1978 ο ισραηλινός στρατός εισβάλλει στο Λίβανο και θέτει υπό την κατοχή του μια «ζώνη ασφαλείας» στα νότια της αραβικής χώρας. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, με τη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ και υπό την επίβλεψή τους, το Ισραήλ υπογράφει ειρηνευτική συμφωνία με την Αίγυπτο στο Καμπ Ντέιβιντ των Ηνωμένων Πολιτειών. Η συμφωνία, που υπογράφεται από τον Αιγύπτιο Πρόεδρο Ανουάρ Σαντάτ, τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μεναχέμ Μπέγκιν, και τον Αμερικανό Πρόεδρο Τζίμι Κάρτερ, προβλέπει την επιστροφή υπό αιγυπτιακή κυριαρχία του όρους του Σινά σε ανταλλαγή με την ομαλοποίηση των σχέσεων των δύο χωρών. Στο πλήρες κείμενο της συμφωνίας περιλαμβάνονται άρθρα που προβλέπουν την έναρξη συνομιλιών με τους Παλαιστινίους με στόχο την επίτευξη ισραηλινο-παλαιστινιακής ειρηνευτικής συμφωνίας, τα οποία, όμως, ουδέποτε τίθενται σε εφαρμογή.

Το 1980 το Ισραήλ προχωρά σε μια κίνηση ιδιαίτερης συμβολικής και πολιτικής σημασίας: Προσαρτά στην κυριαρχία του την ανατολική Ιερουσαλήμ, που μέχρι εκείνη τη στιγμή χαρακτηρίζεται απλώς κατεχόμενο έδαφος. Η απόφαση αυτή προκαλεί κύμα αντιδράσεων σε όλο τον κόσμο.

Τον Ιούνιο του 1982, οι ισραηλινές στρατιωτικές δυνάμεις εισβάλλουν, για δεύτερη φορά, στο Λίβανο, με το πρόσχημα να απομακρύνουν από το λιβανικό έδαφος τα στελέχη και τους μαχητές της ΟΑΠ, οι οποίοι έχουν εγκατασταθεί εκεί. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, ο ισραηλινός στρατός, σε συνεργασία με τους συμμάχους του στο Λίβανο (χριστιανούς πολιτοφύλακες), εισβάλλει στα παλαιστινιακά προσφυγικά στρατόπεδα της Βηρυτού, Σάμπρα και Σατίλα, όπου σφαγιάζονται, μέσα σε λίγες ώρες, περισσότερα από 2.000 γυναικόπαιδα.

Τον Δεκέμβριο του 1987 αρχίζει στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη η Ιντιφάντα. Η εξέγερση. Στις πέτρες των διαδηλωτών, ο ισραηλινός στρατός απαντά με αποκλεισμούς, μπλόκα, αληθινά πυρά, συλλήψεις και εξορίες. Μόνο τους πρώτες μήνες, η Ιντιφάντα γράφτηκε με το αίμα περισσότερων των 20.000 Παλαιστινίων νεκρών.

«Γέννημα» εκείνης της πρώτης Ιντιφάντα είναι η δημιουργία, την ίδια χρονιά, της Χαμάς. Μιας σουνιτικής οργάνωσης, με πολιτικό και στρατιωτικό σκέλος, όπως άλλωστε όλες οι παλαιστινιακές οργανώσεις, αλλά με σαφή θρησκευτικό προσανατολισμό στις θεωρητικές και πολιτικές επεξεργασίες της, αν και στις διακηρύξεις της ξεκαθαρίζει ότι ο αγώνας της ενάντια στο Ισραήλ είναι πολιτικός και όχι θρησκευτικός. Πολύ γρήγορα η Χαμάς θα εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες του παλαιστινιακού πολιτικού συστήματος, αναπτύσσοντας μεγάλη κοινωνική δράση στα κατεχόμενα, όπως δημιουργία υποδομών (σχολεία, νοσοκομεία κλπ). Ταυτόχρονα, θα ακολουθήσει την τακτική των βομβιστικών επιθέσεων εναντίον ισραηλινών στόχων, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί και αυτή ως «τρομοκρατική» οργάνωση, όπως άλλωστε θεωρεί κάθε παλαιστινιακή οργάνωση του Ισραήλ.

241708g-slittlewood20111024

Η καμπή

Η δημιουργία της Χαμάς έρχεται σε μια στιγμή που στο παλαιστινιακό απελευθερωτικό μέτωπο καταγράφεται μία καμπή στον προσανατολισμό του. Τον Δεκέμβριο του 1988 ο Αραφάτ υπερασπίζεται την εξέγερση στα Κατεχόμενα, αλλά καταδικάζει κάθε μορφή «τρομοκρατικής επίθεσης», ανοίγοντας το δρόμο στην αμερικανική «διπλωματία». Ο τότε Αμερικανός Πρόεδρος Ρόναλντ Ρίγκαν ανακοινώνει, επισήμως, την έναρξη ενός «διαλόγου» με την ΟΑΠ.

Τον Οκτώβριο του 1991 συγκαλείται στη Μαδρίτη ειρηνευτική διάσκεψη, υπό την αιγίδα των ΗΠΑ, στην οποία συμμετέχουν εκπρόσωποι του Ισραήλ, της Συρίας, της Ιορδανίας, του Λιβάνου και των Παλαιστινίων. Αρχίζουν ισραηλινο-συριακές και ισραηλινο-ιορδανικές ειρηνευτικές συνομιλίες.

Το 1993 αρχίζουν στη νορβηγική πρωτεύουσα, υπό αμερικανική εποπτεία, μυστικές συνομιλίες ανάμεσα σε εκπροσώπους της ΟΑΠ και του Ισραήλ.

Τον Ιούλιο του 1993 επτά Ισραηλινοί στρατιώτες σκοτώνονται σε μάχες με την οργάνωση «Χεζμπολάχ» στο Λίβανο. Σε αντίποινα, ο ισραηλινός στρατός εξαπολύει την επιχείρηση «Ευθύνη» στο Λίβανο, στο πλαίσιο της οποίας σφυροκοπούνται από το έδαφος και από τον αέρα, λιβανικοί στόχοι. Περισσότερο από 300.000 Λιβανέζοι μετατρέπονται σε πρόσφυγες.

Τον Σεπτέμβριο του 1993, μετά από την ενεργό αμερικανική παρέμβαση, η Ουάσιγκτον διευθετεί τις τελευταίες λεπτομέρειες και ανακοινώνει περιχαρής την επίτευξη συμφωνίας «Διακήρυξης Αρχών» ανάμεσα σε Ισραηλινούς και Παλαιστινίους, την οποία υπογράφουν στο Λευκό Οίκο ο Γιάσερ Αραφάτ, ο Αμερικανός Πρόεδρος Μπιλ Κλίντον και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Γιτζάκ Ράμπιν. Η «Διακήρυξη Αρχών» προβλέπει την παροχή «σχετικής αυτονομίας στην ΟΑΠ», η οποία αναγνωρίζεται από το Ισραήλ, σε αντάλλαγμα για την επικράτηση ειρήνης και ηρεμίας, ενώ παράλληλα προβλέπεται η απάλειψη από τη Χάρτα της ΟΑΠ, του άρθρου που αναφέρεται στην ολοκληρωτική καταστροφή του Κράτους του Ισραήλ.

Τον Μάιο του 1994 το Ισραήλ και η ΟΑΠ καταλήγουν, υπό αμερικανική αιγίδα πάντα, παρά το γεγονός ότι ως εγγυήτριες δυνάμεις στην ειρηνευτική διαδικασία εμφανίζονται, τόσο η Ρωσία, όσο και ο Λίβανος, η Ιορδανία και η Αίγυπτος, σε συμφωνία, στο Κάιρο, για την πρώτη φάση εφαρμογής της «Διακήρυξης Αρχών». Η πρώτη αυτή φάση προβλέπει την αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων από το 60% της Λωρίδας της Γάζας (με εξαίρεση τους εβραϊκούς οικισμούς, οι οποίοι είναι πολυάριθμοι και διάσπαρτοι σε όλο το κατεχόμενο έδαφος) και από την πόλη Ιεριχώ της Δυτικής Οχθης.

Η συμφωνία αυτή αναφέρεται γενικόλογα και στην υλοποίηση περαιτέρω αποχωρήσεων από περιοχές, που οι δύο πλευρές καλούνται να συμφωνήσουν στην πορεία των συνομιλιών. Τα πέντε χρόνια τίθενται ως τελικό όριο διευθέτησης όλων των διαφορών, συμπεριλαμβανομένων των θεμάτων της ανατολικής Ιερουσαλήμ, της παραμονής ή όχι των εβραϊκών οικισμών, στους οποίους πλέον κατοικούν περίπου 500.000 έποικοι, στα κατεχόμενα εδάφη, αλλά και της επιστροφής των, περίπου, 4 εκατομμυρίων Παλαιστινίων προσφύγων.

Ωστόσο, ταυτόχρονα και από τις αρχές της ισραηλινο-παλαιστινιακής προσέγγισης, τα ποσά που οι ισραηλινές κυβερνήσεις διαθέτουν για την ανάπτυξη των εποικισμών αυξάνονται σταθερά, ενώ μειώνονται οι κοινωνικές παροχές.

Τον Ιούλιο του 1994 ο Γιάσερ Αραφάτ επιστρέφει σε θριαμβευτική ατμόσφαιρα στη Γάζα. Τον Οκτώβριο υο Ισραήλ υπογράφει ειρηνευτική συμφωνία με την Ιορδανία και τον Σεπτέμβριο του 1995, ο Γιάσερ Αραφάτ υπογράφει με τον Γιτζάκ Ράμπιν τη συμφωνία της Τάμπα (Οσλο 2) στην Ουάσιγκτον, η οποία προβλέπει περαιτέρω αποχώρηση του ισραηλινού στρατού και από άλλες πόλεις της Δυτικής Οχθης και της Λωρίδας της Γάζας.

Τον Νοέμβριο του 1995 ο Γιτζάκ Ράμπιν δολοφονείται από έναν Εβραίο εξτρεμιστή. Τον διαδέχεται ο Σιμόν Πέρες, ο οποίος προχωρεί σε επιτάχυνση των ειρηνευτικών συνομιλιών με τη Συρία, οι οποίες, επίσης, πραγματοποιούνται υπό αμερικανική αιγίδα.

Είναι ευνόητο ότι η Χαμάς κάθε άλλο παρά συμφωνεί με αυτήν την αλλαγή τακτικής της παλαιστινιακής ηγεσίας. Ετσι, από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Μάρτιο του 1996 προχωρά σε σειρά βομβιστικών επιθέσεων που προκαλούν το θάνατο 57 Ισραηλινών. Η ισραηλινή ακροδεξιά και οι φανατικοί Εβραίοι πιέζουν τον Πέρες, ο οποίος διακόπτει τις συνομιλίες με τη Συρία.

Τον Απρίλιο του 1996 και ενόψει των πρόωρων βουλευτικών εκλογών, ο Σιμόν Πέρες επιλέγει το «σκληρό δρόμο» απέναντι στις συνεχιζόμενες επιθέσεις της «Χεζμπολάχ» εναντίον των ισραηλινών δυνάμεων κατοχής στο Ν. Λίβανο. Επί 17 ημέρες, η επιχείρηση «Σταφύλια της Οργής» σφυροκοπά το Λίβανο. Από τους βομβαρδισμούς πλήττεται και βάση του ΟΗΕ όπου φιλοξενούνται άμαχοι, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 100 άνθρωποι. Ο ΟΗΕ μιλά για «σχεδιασμένο αιματοκύλισμα», αλλά το θέμα μένει εκεί με την παρέμβαση των ΗΠΑ. Τον Μάιο του 1996 καταγράφεται ακόμη μία καμπή, αυτή την φορά από την ισραηλινή πλευρά και προς το χειρότερο: Ο ηγέτης του ακροδεξιού «Λικούντ» Μπέντζαμιν Νετανιάχου αναλαμβάνει πρωθυπουργός. Αρχίζει μια περίοδος πλήρους «παγώματος» των ισραηλινο-παλαιστινιακών διαπραγματεύσεων και διόγκωσης των εβραϊκών οικισμών ακόμη και εντός της ανατολικής Ιερουσαλήμ. Το κλίμα βαραίνει ακόμη περισσότερο από τους συνεχόμενους αποκλεισμούς του ισραηλινού στρατού, ως απάντηση στις βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας της «Χαμάς».

Το 1998 υπό την αμερικανική πίεση, ο Νετανιάχου υπογράφει στις ΗΠΑ, με τον Αραφάτ, τη συμφωνία του «Ουάι Πλαντέισον», ένα κείμενο που έρχεται να επαναδιαπραγματευτεί τους τρόπους εφαρμογής των, ήδη, συμφωνημένων ισραηλινών στρατιωτικών αποχωρήσεων, χωρίς να υπάρχουν, πάλι, συγκεκριμένες τοπικές ή χρονικές δεσμεύσεις.

Τον Μάιο του 1999 ο ηγέτης του Εργατικού Κόμματος, Εχούντ Μπάρακ, εκλέγεται πρωθυπουργός, σε πρόωρη εκλογική μάχη, διατεινόμενος ότι θα «δώσει πνοή στην ισραηλινο-παλαιστινιακή ειρηνευτική διαδικασία». Η Παλαιστινιακή Αρχή έχει, ήδη, προχωρήσει στην πρώτη αναβολή, για ένα χρόνο, της ανακήρυξης ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, που, σύμφωνα με το Οσλο, έπρεπε να έχει γίνει τον Μάη του 1999. Τον Νοέμβριο του 1999 αρχίζουν οι συνομιλίες για το τελικό καθεστώς των αυτονόμων, τους πρόσφυγες και την Ιερουσαλήμ, μετά από μία ακόμη υπογραφή ανανέωσης της ενδιάμεσης συμφωνίας του Ουάι Πλαντέισον. Μόλις ένα μήνα αργότερα, ο Εχούντ Μπάρακ ανακοινώνει την ανοικοδόμηση νέων κατοικιών σε εποικισμούς στη Δυτική Οχθη.

Τον Φεβρουάριο του 2000 Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι συμφωνούν να παρατείνουν από κοινού το χρονοδιάγραμμα των συνομιλιών, καθώς αδιέξοδες είναι όλες οι διαπραγματεύσεις για τα μείζονα ζητήματα των προσφύγων, της Ιερουσαλήμ και των τελικών ορίων και του καθεστώτος των αυτόνομων περιοχών. Τον Μάιο του ίδιου χρόνου η Παλαιστινιακή Αρχή αναβάλλει και πάλι, για τον Σεπτέμβριο, την ανακήρυξη παλαιστινιακού κράτους. Τον Ιούλιος αποτυγχάνει η Σύνοδος Κορυφής στο Καμπ Ντέιβιντ, στην οποία η Ουάσιγκτον επιθυμούσε να δώσει εσπευσμένη «λύση πακέτο» στην ειρηνευτική διαδικασία. Τον Σεπτέμβριο του 2000, σε ιδιαίτερα φορτισμένο κλίμα από τις αλλεπάλληλες καθυστερήσεις της ειρηνευτικής διαδικασίας και μετά από τη νέα αναβολή ανακήρυξης παλαιστινιακής ανεξαρτησίας, ο ηγέτης του «Λικούντ» Αριέλ Σαρόν, ο εντολέας της σφαγής των γυναικοπαίδων σε Σάμπρα και Σατίλα, μεταβαίνει στην πλατεία του τεμένους Αλ Ακσά, στην πρώτη επίσκεψη που επιτρέπει σε Εβραίο η οποιαδήποτε ισραηλινή κυβέρνηση. Η, ήδη, ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα εκρήγνυται. Η δεύτερη Ιντιφάντα ξεκινά.

Από την δεύτερη Ινταφάντα στον εμφύλιο

Τον Οκτώβριο του 2000 μετά από ημέρες συγκρούσεων που έχουν αφήσει περισσότερους από 106 Παλαιστινίους νεκρούς, ο ισραηλινός στρατός σφυροκοπά τα αρχηγεία της Παλαιστινιακής Αρχής στη Γάζα και στη Ραμάλα, με αφορμή το λιντσάρισμα δύο Ισραηλινών πρακτόρων. Τέσσερα χρόνια μετά, ο τότε Παλαιστίνιος πρωθυπουργός, Αχμάντ Κορέι, θα συνόψιζε την κατάσταση μετά το 2000 και την έναρξη της δεύτερης Ιντιφάντα ως εξής: «Το κυριότερο εμπόδιο για την επίτευξη ειρήνης είναι τα ισραηλινά κατασταλτικά μέτρα σε βάρος των Παλαιστινίων, οι κατεδαφίσεις σπιτιών, ο αποκλεισμός, οι δολοφονίες των παιδιών μας, οι δολοφονίες στελεχών παλαιστινιακών οργανώσεων, εδώ και στο εξωτερικό. Αυτή η τρελή πολιτική και η στρατιωτική ισχύς δεν πρόκειται να φέρει ασφάλεια στο Ισραήλ».

Ο Αχμάντ Κορέι κατέληξε σε μια έκκληση και προς τις δύο πλευρές «να επανεξετάσουν την πολιτική και την τακτική που οδήγησε στο τωρινό αιματοκύλισμα». Αλλά εισέπραξε, άμεσα, την απάντηση της ισραηλινής πλευράς, διά στόματος του Ντόρε Γκολντ, συμβούλου του Αριέλ Σαρόν σε θέματα ασφαλείας, ο οποίος επέρριψε το σύνολο της ευθύνης στην παλαιστινιακή πλευρά, κατηγορώντας τη για «πολιτική καταστροφής».

Σύμφωνα με το παλαιστινιακό υπουργείο Υγείας οι νεκροί Παλαιστίνιοι, κατά τα πρώτα 4 χρόνια είχαν φτάσει τους 3.549, ενώ οι Ισραηλινοί ανέφεραν ότι είχαν 1.017 νεκρούς. Η ισραηλινή αδιαλλαξία και επιθετικότητα δεν άφηνε πολλά περιθώρια τακτικών ελιγμών στις μετριοπαθέστερες παλαιστινιακές πολιτικές δυνάμεις, ενώ, ταυτόχρονα, ενίσχυε την «μέχρι του τέλους αγώνα» τακτική της Χαμάς, η οποία απολάμβανε όλο και μεγαλύτερης δημοφιλίας, όσο το παλαιστινιακό αίμα έρεε από τα ισραηλινά όπλα.

Ήταν αναπόφευκτο αυτή η κατάσταση να εκφραστεί και σε επίπεδο Παλαιστινιακής Αρχής, με τις δύο πλευρές να επιδιώκουν να κυριαρχήσουν σε αυτήν. Τον Δεκέμβριο του 2006 τα πράγματα βγήκαν εκτός ελέγχου με αφορμή ένα συμβάν το οποίος η Χαμάς εξέλαβε ως «απόπειρα δολοφονίας» του ηγετικού στελέχους της και πρωθυπουργού της Παλαιστινιακής Αρχής, Ισμαήλ Χανίγια. Συγκεκριμένα, στις 15 Δεκεμβρίου η αυτοκινητοπομπή του πρωθυπουργού Χανίγια εισήλθε στην Γάζα υπό βροχή πυρών. Η εμπλοκή δημιουργήθηκε όταν ο ισραηλινός στρατός απείλησε να πλήξει το μεθοριακό σταθμό της Ράφα, αν επιτρεπόταν η είσοδος του Χανίγια μαζί με τα 35 εκατομμύρια δολάρια σε μετρητά που είχε συγκεντρώσει στη 10ήμερη περιοδεία του σε αραβικές χώρες. Μετά από ώρες διαβουλεύσεων, συμφωνήθηκε τα χρήματα να κατατεθούν σε παλαιστινιακό λογαριασμό υπό τον Αραβικό Σύνδεσμο.
Από το σημείο αυτό και μετά, οι εξελίξεις γίνονται μάλλον συγκεχυμένες. Η προεδρική φρουρά, που πρόσκειται στον Μαχμούντ Αμπάς και ευθύνεται για την ασφάλεια του μεθοριακού φυλακίου, υποστηρίζει ότι δεν έδωσε άμεσα άδεια για διέλευση στον Χανίγια, γιατί οι Ισραηλινοί απειλούσαν με επιδρομή κατά της αυτοκινητοπομπής του. Η «Χαμάς» αντιτείνει απλώς ότι η προεδρική φρουρά εμπόδισε, επί ώρες, τον Χανίγια. Εξοργισμένοι ένοπλοι της «Χαμάς» εισέβαλαν στο σταθμό και αντάλλαξαν επί ώρες πυρά με τους φρουρούς.

Κάποια στιγμή, η αυτοκινητοπομπή του Χανίγια εισήλθε στα παλαιστινιακά εδάφη και η «Χαμάς» υποστηρίζει ότι δέχτηκε πυρά από ενόπλους που βρίσκονταν στην περίμετρο, ισχυρισμό που αμφισβητεί η προεδρική φρουρά, υποστηρίζοντας ότι σημειωνόταν ανταλλαγή πυρών. Σκοτώθηκε 1 σωματοφύλακας του Χανίγια , και τραυματίστηκαν άλλα 4 άτομα και ένας από τους γιους του πρωθυπουργού.

Ο Πρόεδρος Αμπάς καταδίκασε το περιστατικό, διέταξε έρευνα, αλλά κατηγόρησε και τη «Χαμάς» ότι συνέτεινε στο να επικρατήσει χάος. Στελέχη, όμως, της «Χαμάς» υποστήριξαν ότι επρόκειτο για οργανωμένη απόπειρα δολοφονίας, που ενορχηστρώθηκε από τον βουλευτή της «Φατάχ» και πρώην επικεφαλής Ασφαλείας της Γάζας, Μουχάμαντ Ντάχλαν. «Στόχος ήταν ο πρωθυπουργός, η εθνική ασφάλεια, η πρόκληση αντιπαράθεσης» υποστήριξε η «Χαμάς».

Η πολιτική ηγεσία της της «Χαμάς» από τη Δαμασκό, απηύθυνε επείγουσα έκκληση για «αυτοσυγκράτηση», τονίζοντας ότι εχθρός είναι η ισραηλινή κατοχή και δεν πρέπει να επιτραπεί μια εμφύλια σύρραξη. Εκκληση ενότητας απηύθυνε και ο πρωθυπουργός Χανίγια , μιλώντας σε συγκέντρωση δεκάδων χιλιάδων οπαδών της οργάνωσης στην πόλη της Γάζας, για τη 19η επέτειο ίδρυσης της «Χαμάς». Στην ίδια, όμως, συγκέντρωση ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της οργάνωσης κατηγόρησε τον Πρόεδρο Αμπάς ότι «επιδιώκει τον εμφύλιο πόλεμο».

Λίγο νωρίτερα είχε ξεσπάσει σφοδρή ανταλλαγή πυρών μεταξύ ενόπλων των δύο οργανώσεων, στο κέντρο της πόλης της Γάζας. Την ίδια ώρα, στη Ραμάλα, σημειώνονταν σφοδρές συγκρούσεις, καθώς μέλη των δυνάμεων ασφαλείας που πρόσκεινται στον Πρόεδρο Αμπάς εμπόδισαν οπαδούς της «Χαμάς» να πραγματοποιήσουν συγκέντρωση, χτυπώντας τους με κλομπ και πυροβολώντας στον αέρα. Τουλάχιστον 34 άνθρωποι τραυματίστηκαν, αρκετοί σοβαρά.

Ωστόσο, φαίνεται ότι η Χαμάς είχε στα σχέδιά της και την πιθανότητα ένοπλης εμφύλιας σύγκρουσης. Από τον Μάιο του 2006 η οργάνωση δημιούργησε δική της αστυνομία και προσπάθησε να υποκαταστήσει την αστυνομία της Παλαιστινιακής Αρχής.

Στις αρχές Μαΐου του 2006 ξέσπασαν σφοδρές συγκρούσεις στη Νότια Λωρίδα της Γάζας, μεταξύ ενόπλων της «Χαμάς» και της «Φατάχ». Οι συγκρούσεις διήρκεσαν ώρες και σκοτώθηκαν 3 μαχητές (1 της «Χαμάς» και 2 της «Φατάχ»), ενώ τραυματίστηκαν άλλοι 11 άνθρωποι. Επρόκειτο για τις αιματηρότερες συγκρούσεις μεταξύ των δύο οργανώσεων, μέχρι εκείνη την στιγμή, με τις δύο πλευρές να αλληλοκατηγορούνται για το ποιος ευθυνόταν για τα επεισόδια. Η συνάντηση, μετά από εκείνα τα επεισόδια, του πρωθυπουργού Χανίγια (της «Χαμάς») και του προέδρου Αμπάς (της «Φατάχ») δεν είχε φέρει αποτέλεσμα.

Τα πνεύματα οξύνονταν περαιτέρω από την οικονομική ασφυξία που είχαν επιβάλει οι ΗΠΑ, η ΕΕ και το Ισραήλ στα παλαιστινιακά εδάφη. Τα πράγματα ήταν τόσο άσχημα, που ακόμη και η Παγκόσμια Τράπεζα προειδοποιούσε ότι αυτή η ασφυξία  έχει, ήδη, προκαλέσει τη χειρότερη οικονομική κρίση που έχουν ποτέ ζήσει τα παλαιστινιακά εδάφη. Ακόμη και τα φορτηγά με τρόφιμα που έστελναν οι αραβικές χώρες μπλοκάρονταν από τους Ισραηλινούς στα σύνορα της Γάζας.

241708g-report-hamas-tortured-killed-palestinians-during-war-with-israel

Το «γαϊτανάκι» των συμφωνιών

Παρόλ’ αυτά, τον Φεβρουάριο του 2007 οι Παλαιστίνιοι θα βγουν για πρώτη φορά στον δρόμο για να πανηγυρίσουν την συμφωνία ειρήνης μεταξύ των δύο οργανώσεων, η οποία προέβλεπε κυβέρνηση συνασπισμού. Ωστόσο, η πίεση των Αμερικανών και των Ισραηλινών να αποδεχθεί η μελλοντική κυβέρνηση από τις δύο οργανώσεις όρους όπως η αναγνώριση του Ισραήλ και η παράδοση των όπλων τους υπονόμευσε το εγχείρημα.

Για μια ακόμη φορά «μίλησαν» τα όπλα. Στις 13 Ιουνίου του 2007 η Χαμάς ανατίναξε το επιτελείο της Φατάχ στην Χαν Γιουνούς, στα βόρεια της Λωρίδας της Γάζας, με αποτέλεσμα να σοτωθούν 13 άνθρωποι. Ακολούθησε η καταστροφή του αναμεταδότη της «Φωνής της παλαιστίνης» που θεωρήθηκε ότι ήταν ουσιαστικά η «φωνή» της Φαράχ. Τον Ιούνιο η Χαμάς κατέλαβε δια τον όπλων την εξουσία στην Γάζα. Ο Αμπάς, πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής και αρχηγός της Φατάχ απάντησε με διάλυση της κυβέρνησης, επιβολή καθεστώτος έκτακτης ανάγκης στα παλαιστινιακά εδάφη και συγκέντρωση όλων των εξουσιών στα χέρια του. Ως αποτέλεσμα του αιματηρού εμφυλίου πολέμου που ξέσπασε, η Χαμάς διατήρησε τις θέσεις της μόνο στη Λωρίδα της Γάζας, ενώ στη Δυτική Όχθη κυριάρχησε η Φατάχ. Ακολούθησαν πολλά «θερμά» επεισόδια με νεκρούς και από τις δύο πλευρές, μέσα σε ένα περιβάλλον αμείωτης επιθετικότητας εκ μέρους του Ισραήλ.

Τον Μάρτιο του 2008 επιχειρήθηκε ακόμη μία προσέγγιση μεταξύ των δύο οργανώσεων, οι οποίες συμφώνησαν, σε διαπραγματεύσεις στην Υεμένη, να επαναλάβουν τον μεταξύ τους διάλογο. Ομως, η «Φατάχ» επέμενε ότι δε θα γίνει τίποτε αν η «Χαμάς » δεν παραδώσει την εξουσία της Λωρίδας της Γάζας στην Παλαιστινιακή Αρχή, κάτι που δε δέχεται η «Χαμάς », κατηγορώντας την Φατάχ ότι θέτει όρους καθ’ υπαγόρευση των Ισραήλ και ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, οι Ισραηλινοί υπονόμευαν με κάθε τρόπο την διαδικασία. Από την μια μεριά εκβίαζαν ανοιχτά τον πρόεδρο Αμπάς ότι  θα πρέπει να διαλέξει «ανάμεσα στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις και το διάλογο με τη Χαμάς», ενώ ταυτόχρονα, διέρρεαν ότι εγκρίθηκε η παροχή θωρακισμένων οχημάτων, εξοπλισμού και αλεξίσφαιρων γιλέκων προς τις αστυνομικές δυνάμεις του Αμπάς, κίνηση που σαφώς προβόκαρε άγρια την Φατάχ.

Ωστόσο, στις 3 Μαΐου του 2011, στο Κάιρο επιτεύχθηκε μία συνολική ειρηνευτική συμφωνία, η οποία, εκτός των Φατάχ και Χαμάς συμπεριέλαβε και ακόμη 11 οργανώσεις που συναποτελούν την Παλαιστινιακή Αρχή. Και πάλι όμως οι Παλαιστίνιοι στα κατεχόμενα βιάστηκαν να πανηγυρίσουν, αφού το εγχείρημα έληξε άδοξα λόγω διαφωνιών στο μοίρασμα των υπουργείων και στο ζήτημα της αποφυλάκισης στελεχών των δύο πλευρών.

Τον Φεβρουάριο του 2012, από την Ντόχα του Κατάρ, οι δύο πλευρές τόνισαν την«αποφασιστικότητα» των δύο μεγαλύτερων παλαιστινιακών οργανώσεων («Φατάχ » – «Χαμάς ») να «επουλώσουν τις πληγές, να προχωρήσουν ενωμένα και να διεκδικήσουν τα δίκαια του παλαιστινιακού λαού». Η υπογραφή της συμφωνίας έγινε υπό το βλέμμα του εμίρη του Κατάρ. Ούτε αυτός όμως έφερε «γούρι». Τον Νοέμβριο του 2012, η Γενική Συνέλευση ενέκρινε την αναβάθμιση της Παλαιστινιακής Αρχής σε κράτος με ιδιότητα του παρατηρητή (non-member observer state).

Στις 23 Απριλίου του 2014, ο Χανίγια, της Χαμάς, ανακοίνωσε το τέλος της επτάχρονης σύγκρουσης με την Φατάχ. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι θα προχωρούσαν σε σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης με στόχο την διενέργεια εκλογών. Στις 2 Ιουνίου του 2014, στην Ραμάλα ορκίστηκε κυβέρνηση σχηματισμού της Φατάχ και της Χαμάς, με πρωθυπουργό τον Ραμί Χαμντάλα.

Ωστόσο, στις 17 Ιουνίου του 2015, η κυβέρνηση διαλύθηκε μετά από διαμαρτυρία της Χαμάς. Ο Αμπάς ανασχημάτισε μονομερώς το υπουργικό συμβούλιο και διόρισε νέους υπουργούς, οι οποίοι καταγγέλθηκαν από τη Χαμάς. Αν και η Χαμάς δεν αναγνώρισε τους νέους υπουργούς και απέρριψε τις μονόπλευρες αλλαγές, ωστόσο ο ανασχηματισμός χαρακτηρίστηκε ως «τεχνικός και όχι πολιτικός» και το νέο υπουργικό συμβούλιο παρουσιάστηκε ως μια ελαφρώς μεταβαλλόμενη, της προϋπάρχουσας, κυβέρνηση, που ονομάζεται ακόμα «κυβέρνηση συναίνεσης».

Η τελευταία της μακράς σειράς των συμφωνιών μεταξύ Φατάχ και Χαμάς είναι αυτή της 12ης Οκτωβρίου. Μεταξύ άλλων προβλέπει τη δημιουργία κοινών δομών και αρχών διακυβέρνησης στα παλαιστινιακά εδάφη της Δυτικής Οχθης και της Λωρίδας της Γάζας, όπως και συγχώνευση υπηρεσιών. Οι πρώτες ανακοινώσεις αναφέρουν πως η Παλαιστινιακή Αρχή θα ανακτήσει τον έλεγχο των μεθοριακών περασμάτων ανάμεσα στο Ισραήλ και τη Λωρίδα της Γάζας από την 1η του Νοέμβρη. Η Προεδρική Φρουρά θα αναλάβει τον έλεγχο του μεθοριακού περάσματος της Ράφα, που βρίσκεται μεταξύ Λωρίδας Γάζας και Αιγύπτου. Ο επικεφαλής της «Φατάχ», Αζάμ αλ Αχμαντ, τόνισε ότι οι συνομιλίες θα συνεχιστούν και το επόμενο διάστημα, δίνοντας εύσημα στην κυβέρνηση του Αιγύπτιου Προέδρου, Αμπντέλ Φατάχ Σίσι, που ανέλαβε την πρωτοβουλία της μεσολάβησης. Εκπρόσωπος της ισλαμικής «Χαμάς » δήλωσε ότι σε επόμενες συναντήσεις θα συζητηθούν άλλα μείζονα ζητήματα όπως το ζήτημα της ένοπλης πτέρυγας της «Χαμάς », η οπλοκατοχή και διάφορα πολιτικά ζητήματα.

«Χωρίς τερματισμό της κατοχής, δεν υπάρχει ειρήνη»

Η συμφωνία αυτή, όπως αναφέρθηκε εισαγωγικά, έρχεται σε μια κρίσιμη καμπή για την Μέση Ανατολή. Η υποχώρηση του ISIS φέρνει στο προσκήνιο τον άγριο ανταγωνισμό των ΗΠΑ με την Ρωσία στην περιοχή, με το Κουρδικό, το Ιράν, το μέλλον της Συρίας και την νέα κρίση στον Κόλπο να είναι μόνο τα μεγαλύτερα από τα ανοιχτά μέτωπα.

Ίσως, το αν και πόση ζωή έχει αυτή η συμφωνία και υπό ποιες προϋποθέσεις, να συνοψίζεται στις δηλώσεις του πρεσβευτή της Παλαιστίνης στην Ελλάδα, Μαρουάν Εμίλ Τουμπάσι. Ο οποίος, μιλώντας στο Αθηναϊκό Πρακτορείο, τόνισε: «Πρέπει να υπάρχουν δύο κράτη. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Πρέπει να τερματιστεί η Κατοχή, τα βάσανα και η βαρβαρότητα απέναντι στους Παλαιστινίους. Παλεύουμε για δίκαιη ειρήνη, για τα συμφέροντα και του εβραϊκού και του παλαιστινιακού λαού».

Αυτή τη στιγμή το Ισραήλ καταλαμβάνει το 85% από την έκταση της Παλαιστίνης και αυτό το ποσοστό αυξάνεται όλο και περισσότερο με την συνέχιση του εποικισμού. Ο Εμίλ Τουμπάσι τόνισε ότι «υπάρχει πολιτική και ηθική ευθύνη της διεθνούς κοινότητας ώστε να τερματιστεί η κατοχή και να βρεθεί λύση ανάμεσα στα δύο κράτη. Τέλος, ερωτηθείς αν με την διοίκηση Τραμπ έχει δυσκολέψει η κατάσταση, υποστήριξε ότι «μετά την ανάληψη καθηκόντων από το σημερινό Πρόεδρο υπάρχει συνεχής επαφή με την κυβέρνηση των ΗΠΑ καθώς  έχουν γίνει πάνω από 20 συναντήσεις με συνεργάτες του. Ο κ. Τραμπ πρέπει να καταλάβει ότι η Ιερουσαλήμ είναι παλαιστινιακό έδαφος και να μείνει ουδέτερος στις διαδικασίες για την επίτευξη ειρήνης. Με αυτό τον τρόπο θα πετύχουν και τους δικούς τους στόχους, γιατί για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντά τους, πρέπει να υπάρχει ηρεμία στην περιοχή και να τερματιστεί η κατάσταση πολέμου. Χωρίς τον τερματισμό της Κατοχής της Παλαιστίνης δεν θα υπάρχει λύση και ειρήνη».

Via : tvxs.gr