Μία ιστοριοδίφης συγγραφέας ανασύρει από τη λησμονιά μια άγνωστη πτυχή της νεότερης ιστορίας μας, διασώζει την παρακαταθήκη που μας αφήνουν οι επιζώντες των στρατοπέδων του Ράιχ, ενώ εξηγεί πώς η συγχώρεση αποδεικνύεται πιο δυνατή από το μίσος και η αλληλεγγύη από τους πολέμους.

Συνέντευξη της Αννίτας Π. Παναρέτου στον Σπύρο Ζωνάκη

«Ήταν ένα ηθικό χρέος για μένα αυτή η μελέτη. Απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους εκκρεμεί μια ανεξόφλητη οφειλή, την οποία επιχείρησα να περιορίσω. Το βιβλίο αυτό απευθύνεται σε όλους. Αυτός είναι, εξάλλου, ο στόχος μου: να ακουστεί από όλους η φωνή των πρωταγωνιστών».  Αυτά σημειώνει, μεταξύ άλλων, στη «σχεδία» η φιλόλογος και συγγραφέας Αννίτα Π. Παναρέτου που συνέγραψε το βιβλίο «Συμπληρώνω τη μνήμη του κόσμου… Έλληνες όμηροι και αιχμάλωτοι σε ναζιστικά και φασιστικά στρατόπεδα και φυλακές, 1941-1945» (που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Παπαδόπουλος») ρίχνοντας φως σε μια αθέατη πτυχή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας;

Γιατί αυτή έμεινε επί δεκαετίες στην αφάνεια; Ποια είναι η παρακαταθήκη που αφήνουν οι επιζώντες των στρατοπέδων του Ράιχ μέσα από τα γραπτά τους; Πώς η συγχώρεση αποδεικνύεται ποιο δυνατή από το μίσος; Με ποιον τρόπο η αλληλεγγύη καταδεικνύεται ισχυρότερη από τους πολέμους; Πώς οι έγκλειστοι μπόρεσαν να διατηρήσουν την ανθρωπινότητά τους σε συνθήκες απόλυτου παραλογισμού;

Απαντήσεις (και) σε τούτα τα ερωτήματα δίνει στη συνέντευξή της στη «σχεδία» η κ. Αννίτα Π. Παναρέτου.

To «Συμπληρώνω τη μνήμη του κόσμου…» είναι το πρώτο βιβλίο που αναφέρεται στους μη εβραϊκού θρησκεύματος Έλληνες ομήρους και αιχμαλώτους στα στρατόπεδα του Ράιχ και της φασιστικής Ιταλίας. Τι σας κινητοποίησε να καταπιαστείτε με αυτήν την άγνωστη πτυχή της νεότερης ελληνικής ιστορίας;

Ξεκίνησε τελείως συμπτωματικά, στις αρχές του 2013, σ’ έναν πάγκο μεταχειρισμένων βιβλίων, με έναν τίτλο που τράβηξε το βλέμμα μου, καθώς, τότε, μου είχε φανεί παράδοξος, ίσως και οξύμωρος: «Η ομηρία των πέντε αντιστρατήγων. Η ζωή των. Στρατόπεδα συγκεντρώσεως». Πέντε Έλληνες αντιστράτηγοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν μια ιστορία μάλλον ασυνήθιστη, στην οποία με εισήγαγε ο στρατηγός Κωνσταντίνος Μπακόπουλος, με τη συγκροτημένη, γλαφυρή και εξόχως κατατοπιστική μαρτυρία του. Αρχίζω να το διαβάζω και μένω άφωνη. Από τότε, άρχισα να αναζητώ έργα ανάλογης θεματολογίας. Κατά σύμπτωση, τα πρώτα τρία αφορούσαν έλληνες αξιωματικούς του στρατού και του ναυτικού, οι οποίοι, χάρη στην ιδιότητά τους, έτυχαν ευνοϊκότερης μεταχείρισης στα στρατόπεδα και τις φυλακές όπου εκτοπίστηκαν. Τα επόμενα, όμως, ευρήματα αποκάλυψαν την τραγικότερη όψη της ίδιας ιστορίας: την περίπτωση ελλήνων πολιτών, οι οποίοι, παντελώς απροστάτευτοι από οποιαδήποτε διεθνή σύμβαση και τελείως ανίσχυροι να ορίσουν τη ζωή τους, κατόρθωσαν να επιβιώσουν και να καταγράψουν λεπτομερώς τη δοκιμασία τους. Μας άφησαν συνταρακτικά κείμενα (που συμποσούνται σε περισσότερες από 9.500 σελίδες). Οι μαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν στη μελέτη μου συνίστανται κατά βάση σε –άνω των 55– εκτενή κείμενα: χειρόγραφα ημερολόγια και πολυσέλιδες αυτοτελείς εκδόσεις, άλλες με αυτούσιο το κείμενο του συγγραφέα, άλλες με λιγότερο ή περισσότερο δραστικές παρεμβάσεις  στο αρχικό κείμενο, άλλες με κείμενα τρίτων βασισμένα σε αφηγήσεις και άλλες με απομαγνητοφωνήσεις πολύωρων προφορικών αφηγήσεων. Ο εντοπισμός πολλών εκδόσεων υπήρξε δυσχερής, είτε λόγω παλαιότητας είτε δεν κυκλοφόρησαν στο εμπόριο αλλά διανεμήθηκαν, σε λιγοστά αντίτυπα, στον συγγενικό και φιλικό περίγυρο των συγγραφέων τους. Μερικές ανακαλύφθηκαν σε παλαιοβιβλιοπωλεία, κάποιες μου προσφέρθηκαν ευγενικά από οικεία προς τους συγγραφείς πρόσωπα. Ήταν ένα ηθικό χρέος για μένα αυτή η μελέτη. Απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους εκκρεμεί μια ανεξόφλητη οφειλή, την οποία επιχείρησα να περιορίσω. Το βιβλίο αυτό απευθύνεται σε όλους. Αυτός είναι, εξάλλου, ο στόχος μου: να ακουστεί από όλους η φωνή των πρωταγωνιστών.

Γιατί, όμως, τούτο το κεφάλαιο της ελληνικής ιστορίας έμεινε στην αφάνεια;

Για να γραφτεί ένα κεφάλαιο της ανθρώπινης ιστορίας χρειάζονται δύο παράγοντες: Το υλικό πάνω στο οποίο θα στηριχθεί και οι άνθρωποι που θα ενδιαφερθούν να το καταγράψουν. Και τα δύο ήταν προβληματικά. Από τη μία, η νεότερη ελληνική ιστοριογραφία επικεντρώθηκε στον εμφύλιο και στη, συνέχεια, στη δικτατορία και από την άλλη το υλικό πάνω στο οποίο θα στηριζόταν επαρκώς μια αξιόπιστη έρευνα για τους μη Εβραίους Έλληνες που μετήχθησαν βιαίως σε χώρες του Άξονα ή υπό τον ζυγό του Άξονα εξ ολοκλήρου βασισμένο σε πρωτογενείς πηγές –δηλαδή σε προσωπικές μαρτυρίες–, ήταν ελλιπές: όσοι υπέστησαν τα δεινά της ομηρίας έπρεπε, επιστρέφοντας, να ξαναστήσουν τη ζωή τους από την αρχή – σε πολλές περιπτώσεις με νέες ταλαιπωρίες, για πολιτικούς λόγους. Συνεπώς, η καταγραφή της εμπειρίας τους δεν αποτελούσε πρωτεύον μέλημα, ενώ συχνότατα επέλεγαν τη σιωπή, διότι δυσκολεύονταν να διαχειριστούν το ψυχικό τραύμα ή διότι υποπτεύονταν πως δεν θα γίνουν πιστευτοί (το ίδιο συνέβαινε και στην περίπτωση των Εβραίων).  Κι ακόμα: Θα είναι δυνατόν να αναπαραστήσουν όλη την εικόνα της φρίκης; Κι ακόμα περισσότερο, μήπως είναι ιεροσυλία η έκθεση των νεκρών στα μάτια των αδαών;  Με μερικές εξαιρέσεις, χρειάστηκε να περάσουν χρόνια, μέχρις ότου οι ιστορίες τους αρχίσουν να έρχονται στην επιφάνεια.

«ΑΓΑΠΑ ΤΗ ΖΩΗ»

Τι είναι εκείνο που οδηγεί τους επιζώντες στην καταγραφή της ιστορίας τους; Η λύτρωση; Η ανάγκη να αφήσουν μια παρακαταθήκη;

Πολλοί έγραψαν συνειδητά για να διαβαστούν. Άλλοι έγραψαν χωρίς να έχουν κατά νου τη δημοσίευση των γραπτών τους. Άλλοι πάλι ήταν απρόθυμοι να τα εκδώσουν. Μερικοί κρατούν ημερολόγιο ή σημειώσεις ήδη κατά το χρονικό διάστημα της ομηρίας τους και στο χώρο κράτησής τους – στρατόπεδο ή φυλακή. Η σημασία που έδιναν σε αυτά τα γραπτά επιβεβαιώνεται από την άοκνη (και συχνά αγωνιώδη) φροντίδα για τη διάσωσή τους. Ήξεραν ότι εκείνη τη στιγμή ζούσαν μια κοσμοϊστορική στιγμή. Ο ρόλος των άλλων, των οικείων, αγαπημένων προσώπων αποδεικνύεται καθοριστικός. Οι οικογένειες που δημιούργησαν αργότερα οι όμηροι υπήρξαν ένα ανεκτίμητο ψυχικό στήριγμα. Χάρη σε αυτούς στάθηκε δυνατή η καταγραφή της τραυματικής εμπειρίας, έστω με μεγάλη καθυστέρηση. Πολλοί όμηροι-συγγραφείς αναφέρουν ότι έγραψαν ύστερα από επίμονη ενθάρρυνση των δικών τους.  «… Εγώ όμως το αισθάνομαι σαν ανάγκη. Ανακουφίζομαι, ξεθυμαίνω, θεωρώ ότι με τον τρόπο αυτό… κάνω αντίσταση» εξηγεί ο Γιάννης Γκούτας τους λόγους που έγραψε. «Όμως, εγώ έχω, ξαναλέω, τη συναίσθηση πως εκτελώ ένα χρέος: συμπληρώνω τη μνήμη του κόσμου», εξηγεί ο Όμηρος Πέλλας,  φράση που προσέφερε σε αυτό το βιβλίο τον τίτλο του. Το χρέος να συμπληρώσουν  τη μνήμη του κόσμου το εκπληρώνουν με αίσθημα ευθύνης όλοι, χωρίς καμιά εξαίρεση, έχοντας οι περισσότεροι την ορθότατη πεποίθηση ότι, ως αυτόπτες μάρτυρες, είναι οι κατεξοχήν αρμόδιοι να «μιλήσουν». Ότι όσα γράφουν δεν πρόκειται να γίνουν με άλλον τρόπο γνωστά, και οφείλουν να τα γνωστοποιήσουν οι ίδιοι. Έγραψαν ώστε να μάθουν οι νεότεροι τι σημαίνει πόλεμος, φασισμός, ναζισμός και να αγωνιστούν για να μην επαναληφθεί η δεινή δοκιμασία των ανθρώπων και του πολιτισμού τους.  Όμως, η παρακαταθήκη που άφησε η δοκιμασία τους, η θυσία, η υπέρβαση των ορίων σώματος και ψυχής συνοψίζεται, πιστεύω, σε όσα συγκλονιστικά λέει ο Όμηρος Πέλλας: «… αγάπα τη ζωή. Αγάπα τη χαρά της ζωής, της χωρίς φόβο ζωής… Μυριάδες μάτια που κοκάλωσαν τρομαγμένα κι απόμειναν να ζητάν τη χαμένη τους λάμψη, και που τώρα τα πλακώνει η λάσπη, θα την ξαναβρίσκουν τούτη τη λάμψη, κάθε φορά που άφοβα θα φιλάς το κορίτσι σου ή θα χαϊδεύεις με αγάπη τα μαλλιά του παιδιού σου».

Ποιος είναι, τελικά, ο αριθμός των μη Εβραίων Ελλήνων εκτοπισμένων;

Με βάση τα στοιχεία που συγκέντρωσα, ο αριθμός των κρατουμένων στα ναζιστικά, κατά κύριο λόγο, στρατόπεδα δεν μπορεί να εκτιμηθεί παρά μόνο κατά προσέγγιση και, όπως αποδεικνύεται, με τεράστιες αποκλίσεις. Εβδομήντα πέντε περίπου χρόνια αργότερα, επίσημοι συγκεντρωτικοί κατάλογοι δεν εντοπίζονται. Ο Δημήτρης Διαμαντίδης, κρατούμενος στο στρατόπεδο Μπίμπλις, κάνει λόγο για 45.000, προσθέτοντας ότι από αυτούς 14.000 απεβίωσαν εκεί. Ο συνολικός αριθμός ζώντων που καταθέτει ο Διαμαντίδης, δηλαδή 31.000 δεν φαίνεται εξωπραγματικός. Για να σεβαστώ τον Διαμαντίδη, θα πω πως ο αριθμός κυμαίνεται μεταξύ 15 και 45.000 χιλιάδων ομήρων. Εδώ υπεισέρχεται ο καταλυτικός ρόλος των ελεύθερων εργατών. Πρόκειται για εκείνη την κατηγορία Ελλήνων που μετέβησαν στην Αυστρία και τη Γερμανία  για εργασία οικειοθελώς και μετά την απελευθέρωση των στρατοπέδων αναμείχθηκαν με τους ομήρους, με αποτέλεσμα όμηροι και ελεύθεροι εργάτες να συμπεριλαμβάνονται αδιακρίτως στους καταλόγους των παλιννοστούντων.

Πράγματι, το ζήτημα των ελεύθερων εργατών γιατί δεν έχει θιχθεί, παραμένοντας ταμπού;

Είναι ένα μικρό κεφάλαιο συγκριτικά και αφετέρου είναι κάτι που δεν μας περιποιεί τιμή. Δεν υπάρχουν και στοιχεία. Οι ίδιοι δεν έχουν αφήσει κάποιες μαρτυρίες. Παρά την προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν την οικειοθελή μετάβασή τους για εργασία στην Γερμανία για να σωθούν από την πείνα και την ανέχεια, οι ελεύθεροι εργάτες  προκαλούσαν την απόλυτη περιφρόνηση των συμπατριωτών τους ακόμα και στην Ελλάδα. Και οι όμηροι τους ελεεινολογούν, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων. Στο ταξίδι της επιστροφής, οι τέως όμηροι διαμαρτύρονται έντονα, καθώς βρίσκονται πολλές φορές υποχρεωμένοι να συνταξιδέψουν μαζί τους. Ο εκτοπισμένος Θεοδόσης Καραγεωργάκης περιγράφει: « Όσοι επέστρεψαν στην Ελλάδα από τους εθελοντές, εργάτες οι περισσότεροι, βρήκαν δουλειές σε κρατικές υπηρεσίες. Ονομάστηκαν εθνικόφρονες και όποτε χρειαζόταν χαρτί εθνικοφροσύνης το είχαν στο χέρι, ενώ οι αιχμάλωτοι των στρατοπέδων μάταια αναζητούσαν δουλειά για ένα πιάτο φαΐ». Στην πλειονότητά τους, ήταν καιροσκόποι και τυχοδιώκτες – τονίζεται η εξαίρεση όσων αναγκάστηκαν να καταφύγουν ως εργάτες στη Γερμανία για να γλιτώσουν από τους βουλγαρικούς διωγμούς. Η Γιολάντα Τερέντσιο αφηγείται πώς κυκλοφορούσαν στη Βιέννη με τις γούνες και τα δαχτυλίδια, γιατί οι περισσότεροι, ιδίως όσοι πήγαν στην Αυστρία, έκαναν τους μαυραγορίτες και έγιναν πάρα πολύ πλούσιοι. Υπήρχαν, βέβαια, και εκείνοι που τους έριξαν σε καταυλισμούς να δουλεύουν σαν τα σκυλιά. Τα χρήματα που έπαιρναν δεν έφταναν ούτε για το συσσίτιο. Δεν ήταν το Ράιχ, όπως απεδείχθη, η Γη της Επαγγελίας.

panaretoy_eksofyllo

Στέκεστε στον «απερίγραπτο αιφνιδιασμό» που βίωσαν όσοι κατέφθαναν στα στρατόπεδα και έρχονταν αντιμέτωποι με τη νέα πραγματικότητα. 

Όταν οι σύμμαχοι μπήκαν στα στρατόπεδα, έμειναν άναυδοι με αυτά που αντίκρισαν, και όχι μόνο στα στρατόπεδα εξόντωσης των Εβραίων. Πόσο μάλλον απλοί άνθρωποι που ζούσαν στο σπιτάκι τους στην κατεχόμενη από τους ναζί Ελλάδα. Δεν ήταν δυνατόν να περάσει οποιαδήποτε πληροφόρηση για τα στρατόπεδα. Όλοι αποβιβάζονταν ταλαιπωρημένοι, έμφοβοι, απορημένοι – και αδαείς σε σημείο κωμικοτραγικό, όταν ερμηνεύουν τα κρεματόρια κατά το δοκούν: Η Βάσω Σταματίου ακούει στο Άουσβιτς για τους φούρνους και νομίζει περιχαρής ότι πρόκειται για φούρνους ψωμιού. Και οι Έλληνες της ομάδας του Δημήτρη Παυλάκη πληροφορούνται ευφρόσυνα ότι κάποιοι ασθενείς δεν θα ξαναγυρίσουν επειδή θα πάνε στο κρεματόριο: «νομίσαμε πως το κρεματόριο δεν θα έχει διαφορά μεγάλη από σανατόριο ή πρεβαντόριο». Οι παλαιότεροι κρατούμενοι αναλαμβάνουν να τους διαφωτίσουν.

Τα στρατόπεδα υπολογίζονται, όπως αναφέρετε, σε πάνω από 42.500. Πώς προκύπτει αυτός ο εντυπωσιακός αριθμός και πού οδηγήθηκαν οι περισσότεροι Έλληνες εκτοπισμένοι;

Αυτά τα στοιχεία είναι αποδεκτά από τα γερμανικά αρχεία Arolsen, το διεθνές κέντρο έρευνας των ναζιστικών διώξεων. Ανάμεσά τους 1.150 εβραϊκά γκέτο, 1.000 στρατόπεδα αιχμαλώτων, 30.000 στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, 980 στρατόπεδα συγκέντρωσης (δηλαδή πολιτικών αντιφρονούντων), 500 στρατόπεδα-οίκοι ανοχής με κρατούμενες που εξωθούνταν στην πορνεία και χιλιάδες άλλα. Ο τεράστιος αυτός αριθμός των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας προκύπτει επειδή συμπεριλαμβάνει προσωρινά εργοτάξια που δημιουργούνταν για την κατασκευή κάποιου έργου και διαλύονταν μετά την περάτωση, μικρές εργοστασιακές μονάδες που απασχολούσαν μερικούς μόνο ομήρους αποσπασμένους από κύρια στρατόπεδα και εν γένει επιμέρους δομές μικρότερης κλίμακας όπου υπήρχε έλλειψη εργατικών χεριών. Οι περισσότεροι Έλληνες εκτοπισμένοι μεταφέρθηκαν στα στρατόπεδα εργασίας (ιδίως το 1944, όταν οι διακρίσεις εξέλιπαν, οι ανάγκες έστειλαν ορισμένους πολίτες σε Στάλαγκ, στρατόπεδα δηλαδή αιχμαλώτων πολέμου για στρατευμένους και υπαξιωματικούς).

Χάρη στις κινητοποιήσεις της ΕΑΜικής αντίστασης, το 1943, αποτρέπεται η οργανωμένη πολιτική επιστράτευση ελλήνων εργατών στη Γερμανία. Πώς, τελικά, καταλήγουν αυτοί οι άνθρωποι στα στρατόπεδα του Ράιχ;

Οι Έλληνες που οδηγήθηκαν σε φασιστικά στρατόπεδα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: σε στρατιώτες που συνελήφθησαν στο αλβανικό μέτωπο και προωθήθηκαν κατευθείαν στην Ιταλία ως αιχμάλωτοι πολέμου και σε στρατιωτικούς ή πολίτες που συνελήφθησαν στην ιταλοκρατούμενη Ελλάδα, για να εκτοπιστούν στη συνέχεια στην Ιταλία με συχνά ανυπόστατες κατηγορίες για αντιστασιακή δράση. Στη γερμανική ζώνη κατοχής χιλιάδες άνθρωποι συλλαμβάνονται σε συντονισμένες εφόδους σε κατοικίες και γειτονιές, με την κατηγορία της οποιασδήποτε μορφής αντίστασης (επικίνδυνα κομμουνιστικά φρονήματα, δολιοφθορές, συνεργασία με τους αντάρτες, απόκρυψη άγγλων στρατιωτών, αντιγερμανική προπαγάνδα), ύστερα από ακριβείς ή ψευδείς πληροφορίες που έδιναν στους ναζί έλληνες καταδότες. Από την άνοιξη του 1944, οι αρχικά στοχευμένες συλλήψεις γίνονται μαζικές ακριβώς γιατί απέτυχε η πολιτική επιστράτευση, διαφαινόταν ότι ο πόλεμος δεν πάει καλά για τους  Γερμανούς και υπήρχε η ανάγκη εργατικών χεριών. Οι επιδρομές και οι έφοδοι εντείνονται και κορυφώνονται το καλοκαίρι του 1944 με τα μπλόκα. Είναι ακριβώς αυτό που αναφέρει ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης ότι δεν είναι τυχαίο που τα μπλόκα γίνονταν σε συνοικίες προσφυγικές και αριστερές. Από τη μία έπιαναν πολλούς που ήταν στην αντίσταση και, από την άλλη, εξασφάλιζαν ταυτόχρονα εργατικά χέρια. Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια.

Επισημαίνετε πως οι Γερμανοί γνώριζαν για τα στρατόπεδα και τα εγκλήματα που διαπράττονταν σε αυτά.

Οι αναρίθμητες σχετικές καταγραφές δεν αφήνουν καμία αμφιβολία περί αυτού. Ναι, γνώριζαν, τουλάχιστον οι περισσότεροι. Τα στρατόπεδα δεν ήταν φτιαγμένα σε απόμερα σημεία. Αντίθετα, γειτνίαζαν με κατοικημένες περιοχές, καθώς και με εργοστάσια και εργοτάξια που ήταν χιλιάδες. Δεν μπορεί να μην καταλάβαιναν, βλέποντας τους εξαθλιωμένους κρατουμένους που πηγαινοέρχονταν καθημερινά στη δουλειά ή καθώς τους μετέφεραν από στρατόπεδο σε στρατόπεδο, αλλά και στις πορείες θανάτου, όπου φάλαγγες χιλιάδων κρατουμένων όργωναν κυριολεκτικά το Ράιχ, πεθαίνοντας κατά εκατοντάδες στις άκρες των δρόμων. Γνώριζαν, όμως, και από τον καπνό και την οσμή που σκόρπιζαν στην ατμόσφαιρα, σε ακτίνα χιλιομέτρων, τα κρεματόρια που δούλευαν νυχθημερόν. Στις ελληνικές μαρτυρίες το ερώτημα δεν εμφανίζεται συχνά, μάλλον διότι θεωρείται αυτονόητο πως ο γερμανικός λαός γνώριζε για τις συντελούμενες θηριωδίες.

ΛΥΤΡΩΤΙΚΗ ΑΦΕΣΗ

Και όμως, παρά αυτήν την προφανή γνώση του γερμανικού λαού για τα διαπραττόμενα εγκλήματα, οι μαρτυρίες διαπνέονται από μία συγχώρεση. Δεν υπάρχει μίσος ή συλλήβδην καταδίκη του γερμανικού λαού.

Είναι λυτρωτική η συγχώρεση. Όχι η συγχώρεση για τη συγχώρεση, αλλά γιατί βλέπεις αφενός ότι το κακό που σου συνέβη συνέβη και στην άλλη μεριά και αφετέρου ότι δεν σε καταδίκασε ένας ολόκληρος λαός, αλλά υπήρχαν και άνθρωποι που συνέπασχαν μαζί σου. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν τη δυνατότητα να δουν εκ των ένδον την κατάρρευση της Γερμανίας και το ανελέητο σφυροκόπημά της από τους Συμμάχους. Δεν ξέρω κατά πόσον  άνθρωποι που έτυχε να κακοπάθουν στη χώρα μας θα μπορούσαν να συμπονέσουν τους Γερμανούς. Όταν οι κρατούμενοι μεταφέρονται στις πόλεις για να καθαρίσουν τους δρόμους από τα ερείπια και για να περισυλλέξουν νεκρούς, βρίσκονται μπροστά στην άλλη τραγική πραγματικότητα των βομβαρδισμών. Παρά τη μαρτυρική ζωή τους στο Ράιχ, στέκονται μπροστά στις εικόνες απόλυτης καταστροφής και θανάτου «με ανάμικτα αισθήματα χαράς και εκδίκησης από τη μια και φρίκης για την τύχη των αθώων αμάχων υπάρξεων, ιδίως των γυναικόπαιδων από την άλλη», όπως σημειώνει ο Δημήτρης Διαμαντίδης. Λέει ο Γιάννης Γκούτας: «Αφήνουμε να τους τιμωρήσει ο Θεός! Αναμφίβολα, η στάση μας αυτή δεν είναι απαλλαγμένη από φόβο και δειλία. Αναθέτουμε στον Θεό να τους τιμωρήσει γιατί δεν μπορούμε να το κάνουμε εμείς!». Οι άνθρωποι αυτοί είχαν ευρύνει την ψυχή τους σε έναν απίστευτο βαθμό. Είναι συγκλονιστικά όσα περιγράφει ο Μιχάλης Βασιλείου για δύο έλληνες έγκλειστους, τον Μιχάλη και τον Γιώργο, που οκτώ χρόνια μετά την απελευθέρωσή τους από το στρατόπεδο του Μπίμπλις συνάντησαν  στο Μανχάιμ τον πρώην διοικητή του στρατοπέδου, «έναν γερασμένο, ρακένδυτο και πεινασμένο άντρα… Καθώς πλησίασαν, ο άνθρωπος φοβήθηκε και έβαλε τα κλάματα. “Εγώ δεν σας έκανα κακό”, άρχισε να ψελλίζει και τον πήραν τα κλάματα… και οι δύο τον έπιασαν από τα χέρια, για να τον καθησυχάσουν. “Ποτέ δεν θα ξεχάσω τους Έλληνες”, τους είπε κλαίγοντας. Ο Μιχάλης και ο Γιώργος του έδωσαν από ένα πακέτο αμερικάνικα τσιγάρα που είχαν μαζί τους και χρήματα. Τα πήρε με συγκίνηση και τους ευχήθηκε καλή τύχη, οι Έλληνες τον είχαν συγχωρέσει…»

Όντως, στις μαρτυρίες τους οι έγκλειστοι στέκονται ιδιαίτερα στα περιστατικά αλληλεγγύης από «πονόψυχους» Γερμανούς.

Ναι, υπήρχαν πάμπολλες περιπτώσεις ανάλγητων, υπήρχε όμως και η άλλη πλευρά. Στις περισσότερες ελληνικές μαρτυρίες, βρίσκουμε κάποια αναφορά σε πονόψυχους Γερμανούς. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου τα ανθρώπινα αισθήματα αποδείχθηκαν ισχυρότερα από πολέμους και παραλογισμούς, ακόμα και μέσα στους χώρους εγκλεισμού. Έτσι κάποιοι, ελάχιστοι, φύλακες, διακινδυνεύοντας και οι ίδιοι, πετούν ένα μισοκαπνισμένο τσιγάρο για να το μοιραστούν οι κρατούμενοι που καραδοκούν, προσποιούνται ότι δεν αντιλαμβάνονται πως η δουλειά δεν προχωρεί με τους ρυθμούς που έπρεπε ή επισημαίνουν στους Έλληνες λάθη και ατοπήματα που θα μπορούσαν να τους στοιχίσουν ακριβά. Ο Γιάννης Γκούτας αναφέρει πως, όταν οι κρατούμενοι ξεσπούν σε χυδαιότητες και βρισιές για τη Γερμανία και τους Γερμανούς, φωνάζοντας δυνατά, τους πλησιάζει ένας αξιωματικός, στρατιωτικός γιατρός, και σε πολύ καλά ελληνικά τους λέει να προσέχουν διότι ελληνικά γνωρίζουν πολλοί. Στην πορεία θανάτου, μετά την εκκένωση του στρατοπέδου Μπίμπλις ο Μιχάλης Βασιλείου με μερικούς συντρόφους επιχειρούν μια μυθιστορηματική απόδραση μέσα σ’ ένα φορτηγό και επιστρέφουν πίσω στο Μπίμπλις, όπου κρύβονται σε γερμανικά σπίτια. Ο ίδιος βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι μιας Γερμανίδας, ο σύζυγος της οποίας ήταν αιχμάλωτος στην Αγγλία. Το ραδιόφωνο μεταδίδει συνθήματα, υβρεολόγια κατά των Συμμάχων, των Εβραίων και των κομμουνιστών, απειλές κατά των ηττοπαθών και των προδοτών. «Πρόκειται περί παρανοϊκών», λέει η Γερμανίδα, «μόνο που αργήσαμε να τους καταλάβουμε». Αγρότες πετούν στο δρόμο λαχανικά για να τα βρουν οι κρατούμενοι, γυναίκες αφήνουν κρυφά πακετάκια με τρόφιμα στα σκουπίδια, πετούν κομμάτια ψωμί, ανοίγουν την πόρτα στους επαίτες και δίνοντάς τους ένα πιάτο φαΐ τούς προσφέρουν μικρή παράταση ζωής. Περπατώντας στους δρόμους του Μπίμπλις καθ’οδόν προς αγγαρεία, ο Διαμαντίδης περνά από ένα χαρτοπωλείο. Η ιδιοκτήτρια και η νύφη της του δίνουν ένα δελτάριο για να γράψει στους δικούς του ότι είναι καλά και, επιπλέον, η Γερμανίδα του φέρνει κάτι να φάει κι ένα ζευγάρι κάλτσες: έχει γιο στο ρωσικό μέτωπο. Η κόρη υπόσχεται να ταχυδρομήσει το δελτάριο. Έτσι, οι δικοί του πληροφορούνται ότι είναι ζωντανός. Τα Χριστούγεννα του 1944, η κοινότητα Μελκ προσφέρει σε κρατουμένους του ομώνυμου στρατοπέδου από ένα ποτηράκι κονιάκ. «Σκεφτήκαμε ότι απλοί άνθρωποι, η Κοινότητα, σ’ αυτή τη μεγάλη μέρα, μας σκέφτηκαν κι εμάς, ότι είμαστε ακόμα άνθρωποι, κι όχι απλώς νούμερα. Κάποιοι μας υπολόγιζαν ακόμα σαν ανθρώπους», όπως τονίζει ο Κώστας Ξεξάκης.

Η ΜΟΥΣΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

 Εκείνο που εντυπωσιάζει είναι πως η αλληλεγγύη, η ταφή και όχι η καύση των νεκρών, το χιούμορ, ακόμη και τα τραγούδια επιστρατεύονται από τους έλληνες εγκλείστους ως στοιχεία πάλης ενάντια στην απανθρωποποίησή τους, αυτή η διαρκής έγνοια για τη διατήρηση της ανθρωπινότητάς τους.

Μπροστά στην κοινή κακοτυχία, η ανάγκη του ενός για τον άλλο, όπως και η μεταξύ τους αλληλεγγύη ήταν δεδομένες. Προσπαθούν να δίνουν κουράγιο και να στηρίζουν (και σωματικά) ο ένας εξουθενωμένος τον άλλον. Μοιράζονταν την ψυχική δοκιμασία της κακουχίας, τη θλίψη για τους συμπατριώτες που πέθαιναν, τη νοσταλγία για την πατρίδα και τους οικείους. Προσφωνούνται μεταξύ τους: σύντροφε, συνάδελφε. Η απώλεια ενός συντρόφου συμπατριώτη ήταν οδυνηρή. Γινόταν αντιληπτή ως συλλογική ήττα, που τόνιζε πόσο ανίσχυροι ήταν όλοι. Παράλληλα, η εξαύλωση –και η απόλυτη ακύρωση  της ατομικής ανθρώπινης υπόστασης–  που συνεπαγόταν η καύση στο κρεματόριο ήταν μια διαδικασία και μια κατάληξη άγνωστες και απαράδεκτες για τους χριστιανούς Έλληνες εκείνης της εποχής. Όσα, με πρώτη την ταφή, ορίζει το ορθόδοξο τυπικό ανάγονται σε ηθικό χρέος που επιθυμούν να εκπληρώσουν με κάθε τρόπο (γνωρίζοντας ότι τις περισσότερες φορές θα είναι ανέφικτο). Βεβιασμένα και άτσαλα, «τ’ αστεία και τ’ ανέκδοτα –κρύα κι ανάλατα τα περισσότερα– παίρνουν και δίνουν», όπως σημειώνει ο Γιάννης Γκούτας.

Αλλά και το τραγούδι γίνεται τρόπος αντίδρασης, αντίστασης, σύνδεσης με την προηγούμενη ζωή, με την ταυτότητά τους. Όταν πια έχεις χάσει το όνομά σου και είσαι ένας αριθμός, το να κρατήσεις την ταυτότητά σου, την προσωπική, την εθνική, είναι αυτό που σε κρατάει στη ζωή.

Οι έλληνες όμηροι είχαν και την κακοτυχία να «ζήσουν» αλλιώς τα αγαπημένα τραγούδια με τα οποία μεγάλωσαν και γαλουχήθηκαν. Μουσική και στίχοι που συνόδεψαν στιγμές ανεμελιάς, ευθυμίας, τρυφερότητας, έξαρσης σε μια φυσιολογική καθημερινότητα μεταφέρονταν σε μια ανοίκεια καθημερινότητα. Ο «Μπαρμπαγιάννης Κανατάς» αποκτούσε άλλη διάσταση όταν κρατούσε τον βηματισμό καθ’ οδόν προς ή από την εξαντλητική εργασία. Στο Μπίμπλις, τέλη Οκτωβρίου του 1944, η μεγάλη, συμπαγής οργανωμένη ελληνική ομάδα τραγουδά στον θάλαμο, με το ηθικό απτόητο, «Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες» και την «Παπαρούνα» του Αττίκ, συνεχίζει με δημοτικά και αντάρτικα, και στο στρατόπεδο σείεται. Ώς και ο διοικητής παρακολουθεί και ρωτά να μάθει τι λένε οι στίχοι.  Πνιγμένοι από συγκίνηση, με τα μάτια να κλαίνε, οι αποσκελετωμένοι, ρακένδυτοι, βασανισμένοι άνδρες της τρίφωνης χορωδίας που έστησαν οι Έλληνες στο στρατόπεδο του Έσσεν τραγουδούν, ως πράξη αντίστασης, τα «Ρόδα, τα τριαντάφυλλα», μπροστά σε ένα πολυπληθές κοινό από συγκρατούμενους και από τη διοίκηση και τους φρουρούς του στρατοπέδου με τις συζύγους τους. Όπως αναφέρει ένας κρατούμενος, «μάθαμε να τραγουδάμε χωρίς να κλαίμε». Κάποια στιγμή, το τραγούδι απέκτησε μια αυτονομία. Δηλαδή, δεν ήταν το τραγούδι που όταν το τραγουδάς στο στρατόπεδο σου θυμίζει την πατρίδα και σε παίρνουν τα δάκρυα. Γίνεται ένας προσωπικός τρόπος έκφρασης τόσο των ψυχικών αισθημάτων όσο και της εμμονής να επιβιώσεις, ότι σε πείσμα όσων τραβάω, όσων μου κάνετε, εγώ τραγουδώ.

Υπήρχαν περιθώρια για συλλογική δράση και αντίσταση στα στρατόπεδα;

Σε λιγοστές περιπτώσεις, ένας τρόπος βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης ήταν η συλλογική δράση, που στα περισσότερα στρατόπεδα ήταν αδύνατη. Αναφέρεται, για παράδειγμα, μια συλλογική πρωτοβουλία καθ’ όλα αξιοθαύμαστη: οι έλληνες κρατούμενοι στο στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου Stalag VI C γνωρίζουν ότι η οργάνωση Todt που τους έχει «νοικιάσει» τους θέλει όρθιους και ικανούς να εργαστούν. Έτσι, παρά τη διαρκή βασανιστική πείνα τους, κατορθώνουν  να απόσχουν από το συσσίτιο, διεκδικώντας καλύτερο σιτηρέσιο. Το αλύγιστο φρόνημα που επέδειξαν κερδίζει τον απόλυτο σεβασμό των άλλων συγκρατουμένων. Έστω και προσωρινά, οι συνθήκες σίτισης βελτιώνονται. Στο στρατόπεδο Μπίμπλις, οι έλληνες κρατούμενοι προσπαθούσαν να οργανώσουν και την προστασία των αρρώστων, που τους κρατούσαν κρυμμένους στο πατάρι του καταλύματος και γλίτωναν τη σκληρή δουλειά στο εξοντωτικό κρύο. Οι έλληνες εργάτες θεωρούνταν από τους πολύ κακούς εργάτες του Ράιχ. Η χαμηλή απόδοση αποτέλεσε συνειδητά μια μορφή αντίστασης, ένα είδος σαμποτάζ (που το πλήρωναν, βέβαια, με πολύ ξύλο) και που σε κάποιες περιπτώσεις γίνεται πιο συγκεκριμένο: κάποιοι χαλούν τις μηχανές, ενώ κάποιοι που φτιάχνουν στολές για τον γερμανικό στρατό βάζουν μέσα ψείρες.

Μετά, ωστόσο, την απελευθέρωση των στρατοπέδων, όπως σημειώνετε, δεν έλειψαν και οι λεηλασίες από τους πρώην εγκλείστους.

Για τους Έλληνες που είχαν μόλις απελευθερωθεί είτε στα στρατόπεδά τους είτε στη διάρκεια της πορείας θανάτου, η συγκίνηση εναλλάσσεται με ποικίλες ψυχικές αντιδράσεις. Η χαρά, σχεδόν διονυσιακή, όσων τα κατάφεραν σπιλώνεται από τη θλίψη για τους συντρόφους (αλλά και για τα εκατομμύρια των άλλων) που δεν τα κατάφεραν. Ταυτόχρονα, η ζωή διεκδικεί τη θέση της στο προσκήνιο βουλιμικά με ακραίες εκδηλώσεις, καθώς αφυπνίζονται ένστικτα και αισθήματα καταπιεσμένα από τον αγώνα της επιβίωσης. Τις πρώτες μέρες της απελευθέρωσης την καταναγκαστική πειθαρχία αντικαθιστά η αναρχία και η υπέρβαση των αναστολών. Τις στερήσεις διαδέχεται το πλιάτσικο. Είτε στα στρατόπεδά τους είτε μετά το τέλος της πορείας θανάτου, όσοι κρατούμενοι επέζησαν επιδόθηκαν ασυγκράτητοι σε λεηλασίες. Είτε αυτενεργώντας είτε ύστερα από άδεια ή ανοχή των Συμμάχων, που αναγνώρισαν τη δύναμη (πιθανότατα και το δίκαιο) της βίαιης παρόρμησης και την ανάγκη κάποιας εκτόνωσης. Λεηλατούνται τα πάντα: στρατιωτικές αποθήκες, σπίτια, καταστήματα, αγροκτήματα. Μαζεύονται τα πάντα: τρόφιμα, ρούχα, κλινοσκεπάσματα, αντικείμενα, εργαλεία, υφάσματα, είδη οικοσκευής. Ο Κώστας Ξεξάκης γράφει ότι σε ένα –άδειο– κατάστημα οι ιδιοκτήτες τούς κάνουν νόημα ότι δεν υπάρχει τίποτα, τα πήραν όλα. Είναι αυτό που, πολύ σωστά, λέει ο Ιάκωβος Καμπανέλλης: «… είχαμε ριχτεί σαν άρπαγες στην ελευθερία μας». Όμως, ο Καμπανέλλης αφηγείται και την ιδιότυπη εκδίκηση του θυμόσοφου κυρ-Βαγγέλη, που, παρά την απαγόρευση, εξακολουθεί να πηγαίνει σε μια αγροικία και να φέρνει ζώα, λέγοντας ότι εκείνα τρέχουν από πίσω του, παρακαλώντας τον να μην αφήσει να τα φάνε οι Γερμανοί. Κι επειδή καταλαβαίνει ότι οι Αμερικανοί δεν θα ανεχθούν για πολύ αυτήν την κατάσταση, αλλάζει τακτική και προσκαλεί τον κόσμο στο αγρόκτημα για φαγητό. Έτσι, προσκάλεσε και τους συμπατριώτες του και πηγαίνουν 50. Προσφέρεται να τους ξεναγήσει στο κτήμα κι αναγκάζει τους ιδιοκτήτες να τους κάνουν το τραπέζι. Κι ακόμα περισσότερο: συνδράμει τους πρόσφυγες Γερμανούς που έρχονται από τα ανατολικά. Τους μοιράζει γάλα για τα παιδιά τους και, όταν αρχίζει να βρέχει, αναγκάζει με τη βία τον ιδιοκτήτη της αγροικίας να τους φιλοξενήσει, και μάλιστα όχι στον αχυρώνα, αλλά στο σπίτι του, σε κρεβάτια.

Via : www.shedia.gr